Sunday, January 28, 2007

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ


















TO ΟΙΚΟΣΗΜΟ ΤΗΣ





ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ































Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΕΜΜ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ
ΑΡΧΗΓΟΥ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1858



ΜΑΙΟΣ 2011

Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ


Γεννήθηκα το 1933 και τα καλοκαίρια του 1946, 47, 48, 49 και 50 τα πέρασα στους Λάκκους και τον Ομαλό Χανίων Κρήτης, στο χωριό του πατέρα μου.
Η γιαγιά Κατίνα μητέρα του πατέρα μου είχε μείνει μόνη με την αδελφή του πατέρα μου τη θεία μου την Ερασμία. Ο αδελφός του πατέρα μου, ο Σταμάτης ήταν εξορία στην Ικαρία και τη Μακρόνησο (που έστελναν ανεπιθύμητους) και έτσι πολλές φορές με έστελναν στον Ομαλό με το άλογο να κουβαλήσω πατάτες. Τις πιο πολλές φορές πήγαινα με τον πρώτο μου ξάδελφο το Νίκο Σκουλά που είχε την ίδια ηλικία με μένα.
Θέλησα λοιπόν να καταγράψω μερικά από αυτά που έζησα και έμαθα στην περίοδο που έμεινα εκεί καθώς και διάφορα στοιχεία που συγκέντρωσα σε σχέση με την καταγωγή και τους αγώνες της οικογένειάς μας, όπως επίσης και για διάφορα σημαντικά μέλη της, για να έχουν γνώση και οι νεότεροι συγγενείς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η γνωριμία με τους παλιούς Λακκιώτες που ζούσαν ακόμη την εποχή εκείνη.
Στο πρώτο μέρος περιέλαβα μερικά στοιχεία γενικά για την Κρήτη για να έχουν μια μικρή ενημέρωση εκείνοι προς τους οποίους απευθύνεται.

Βασίλης Γεωργίου Μαυρογένης
Πολιτικός Μηχανικός
Μηχανολόγος - Ηλεκτρολόγος


Τις σημειώσεις αυτές τις αφιερώνω στα παιδιά μου Στέλλα και Γιώργη, τα εγγόνια μου Δημήτρη, Βασίλη Καρκαντζό, Λίλα και Ζωή Μαυρογένη καθώς και στα νέα παιδιά της οικογένειάς μας για να πληροφορηθούν την ιστορία και τις πράξεις των προγόνων μας.









1. ΚΡΗΤΗ - ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ .

Η Κρήτη ένα από τα μεγαλύτερα νησιά της Μεσογείου, βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι τριών ηπείρων (Ευρώπη, Ασία, Αφρική)
Ακόμη και η ονομασία της Ευρώπης προήλθε από την Κρητική Ιστορία. (Ο Δίας μεταμορφώθηκε σε ταύρο την απήγαγε και παιδί της ήταν ο Μίνωας.)
Λόγω της θέσης και του κλίματος αναπτύχθηκαν πολύ παλιά μεγάλοι πολιτισμοί όπως ο Μινωικός στα χρόνια του οποίου υπήρχαν στην Κρήτη εκατό πόλεις, ερείπια των οποίων υπάρχουν και σήμερα. Ερείπια των περισσοτέρων από αυτές έχουν βρεθεί με βάση αρχαία κείμενα όπως τα έργα του Ομήρου αλλά και περιγραφές άλλων συγγραφέων.
Υπήρξε όμως και αντικείμενο διεκδικήσεων από πολλούς κατακτητές. Σημαντικό ρόλο στις κατακτήσεις έπαιξαν το φυσικό λιμάνι της Σούδας, που και σήμερα ακόμη θεωρείται στρατηγικό αλλά και η παραγωγή και τα προϊόντα της που πάντα ήταν καλά και σε μεγάλες ποσότητες.





Η Κρήτη αποτελείται από τέσσερις νομούς (Χανίων, Ρεθύμνου, Ηρακλείου και Λασιθίου, με πρωτεύουσες αντίστοιχα τα Χανιά το Ρέθυμνο το Ηράκλειο και τον Αγιο Νικόλαο).
Τα Χανιά ήταν γνωστά για τις επαναστάσεις το Ρέθυμνο για τα γράμματα το Ηράκλειο για το εμπόριό του και το Λασίθι για τα γλέντια του!
Σημειώνω ότι το Ηράκλειο (Κάντια) του μεσαίωνα ήταν γνωστό για τις περίφημες οχυρώσεις του . Οι Τούρκοι για να το πάρουν από τους Ενετούς το πολιορκούσαν από το 1625 έως το 1645 και είχαν 100.000 νεκρούς.
Χαρακτηριστικό της Κρήτης είναι τα πολύ ψηλά βουνά που σε περιόδους κατακτητών ήσαν άντρα επαναστατών.
Ετσι έχομε τα Λευκά όρη στα Χανιά (2452 υψομ.), τον Ψηλορείτη (2454 υψομ.) στο Ρέθυμνο και Ηράκλειο και τη Δίκτη (2148 υψόμ.) στο Λασίθι. Βασικό ορμητήριο και καταφύγιο επαναστατών ήσαν τα Λευκά όρη στο νομό Χανίων, λόγω της μεγάλης εκτάσεώς τους αλλά και της ύπαρξης του οροπεδίου Ομαλού και του φαραγγιού της Σαμαριάς που συνέδεε τις επαρχίες των Χανίων μέσα από δύσβατα περάσματα που ήταν εύκολο να φυλαχτούν από λίγους άνδρες. Στις σιδερόπορτες, στο φαράγκι της Σαμαριάς, στο φάραγκα όπως τον λένε, οι βράχοι έχουν απόσταση έξι μέτρα και ύψος 300 μ.






























Ο νομός Χανίων έχει πέντε επαρχίες τις επαρχίες Κυδωνίας, Αποκορώνου, Σφακιών, Σέλινου και Κίσσαμου.
Στα χωριά που ήσαν γύρω από τις ρίζες των Λευκών ορέων ήταν οι κατοικίες των επαναστατών {Λάκκοι, Θέρισο, Ζούρβα, Σφακιά κ.α. Τα χωριά αυτά δεν υποδουλώθηκαν σε κανένα κατακτητή. Αντίθετα οι διάφοροι κατακτητές, τους παραχωρούσαν προνόμια για να μην έχουν ενοχλήσεις. Πολλές φορές όμως είτε γιατί οι κατακτητές καταπατούσαν τα προνόμια είτε γιατί ξύπναγε μέσα στους ριζίτες το εθνικό αίσθημα γινόντουσαν επαναστάσεις. Όπως αναφέρουν οι Ιστορικοί οι περισσότερες επαναστάσεις στον κόσμο όλο έχουν γίνει στην Κρήτη. Σαράντα και πλέον επαναστάσεις μεγάλες – Παγκρήτιες – έγιναν επί Ενετοκρατίας (1212–1645) και Τουρκοκρατίας (1645-1898). Οι πιο πολλές από τις επαναστάσεις αυτές ξεκίνησαν από τους Λάκκους και τα Σφακιά.
Οι πρόγονοί μας βρέθηκαν να κατοικούν στους Λάκκους, με αποτέλεσμα να έχουν λάβει μέρος σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες και να έχουν υποστεί πολύ μεγάλες θυσίες. Πρόγονοί μας ήσαν από τους Λάκκους οι Μαυρογένη και οι Μάντακες και από τον Αζωγυρέ Σέλινου οι Κριάρηδες. Από τους παραπάνω μόνο για τους Μαυρογένη κατάφερα να συγκεντρώσω ορισμένα στοιχεία τα οποία και παραθέτω παρακάτω.

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Μετά την παρακμή των Ελληνικών πόλεων η Κρήτη καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους, τους Βυζαντινούς, τους Αραβες, Ενετούς και Τουρκοαιγυπτίους.
Χρονολογικά τα γεγονότα έχουν ως εξής:
- 2600 Π.Χ. ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΕΠΟΧΗ
2600 – 1100 Π.Χ. ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟΙ (ΜΙΝΩΙΚΟΙ) ΧΡΟΝΟΙ
1100 - 69 Π.Χ. ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
69 Π.Χ. - 330 Μ.Χ ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑ
330 - 823 ΠΡΩΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
823 - 961 ΑΡΑΒΟΚΡΑΤΙΑ (ΣΑΡΑΚΗΝΟΙ)
961 - 1204 ΔΕΥΤΕΡΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
[Αρχοντόπουλα: Φωκάς (μετονομάστηκαν από τους Ενετούς σε Καλλέργηδες), Βαρούχας, Σκορδύλης, Μουσούρος, Γαβαλάς, Μελισσηνός, Αρχολέκος, Βλαστός, Χορτάτζης, Αργυρό- πουλος, Καλαφάτης και Λίθινος]
1204 - 1212 ΓΕΝΟΥΑΤΕΣ
1212 - 1645 ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ
1645 - 1830 Α ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ
1830 - 1841 ΑΙΓΥΠΤΙΟΙ
1841 - 1878 Β ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ
1878 - 1889 Γ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ
(ΗΜΙΑΥΤΟΝΟΜΙΑ)
1889 - 1898 Δ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ
1897 Μετά σφαγή οι μεγάλες δυνάμεις μοίρασαν την Κρήτη (Χανιά – Ιταλοί, Ρέθυμνο – Ρώσοι, Ηράκλειο Αγγλοι, Λασίθι – Γάλλοι).
1898 (9.12) Πρίγκηψ Γεώργιος – Υπατος Αρμοστής (Αυτονομία – Κρητική Πολιτεία)


















H ΣΗΜΑΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

1913 (1.12) Υψωση της σημαίας της ενώσεως με την Ελλάδα στην είσοδο του λιμανιού στo κάστρο - φυλακή, του Φιρκά, από τον Χατζημιχάλη Γιάνναρη και τον Αναγνώστη (Χαράλαμπο) Μάντακα αδελφό του πατέρα της γιαγιάς μου Αικατερίνης Μάντακα συζ. Βασιλείου Μαυρογένη.

Κατά την διάρκεια της Ενετοκρατίας έγιναν 26 επαναστάσεις με κυριότερες τις εξής:
1205 Σκορδυλών
1212 Αγιοστεφανιτών
1217 Σκορδυλών και Μελισσινών
1230, 1234, 1261 Με υπόδειξη του Βυζαντίου
1265
1271 –1272 Χορτάτζηδων
1276 – 1292 Καλλέργηδων
1303, 1330, 1332, 1337 Καλλέργηδων, Ψαρομηλίγκων και
1341 Σμυριλίου
1347 Ψαρομηλίγκων
1456 – 1467
1570 Καντανολέοντος
1608 Σφακιών
Επί Τουρκοκρατίας (1645-1898) έγιναν 15 επαναστάσεις με κυριότερες τις εξής:
1660 Μοροζίνη
1692 Μαντσενίγκου – Μοροζίνη
1770 Δασκαλογιάννη
1821 Γενική επανάσταση
1833 Μουριές
1841 Χαιρέτη
1858 Μαυρογένη
1866 Γενική επανάσταση
1878 Γενική επανάσταση
1889 Γενική επανάσταση
1895 Μεταπολιτευτική Επιτροπή
1897Αποβίβαση Ελληνικού στρατού.
Στη συνέχεια έχουμε:
1898 Κάθοδος Ελληνα Αρμοστή και
1913 (13/12) Ενωση με την Ελλάδα.





Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ 1645


Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ.



Σύμφωνα με το βιβλίο του Γάλλου ιστορικού THEODORE BLANCARD LES MAVROYENI HISTOIRE D’ ORIENT (1909, τόμοι 2, Εθνική βιβλιοθήκη α/α BEI 144) , οι Μαυρογένη είναι απόγονοι των Ενετών Μοροζίνι, οι οποίοι πάλι προέρχονταν από το Βυζάντιο, όπου είχαν πριγκιπική θέση και είχαν επώνυμο MAVROGENO. Οι Μαυρογένη διεσπάρησαν σε διάφορα μέρη σε πρώτη φάση μετά την άλωση της Κων/λεως το 1453. Ενας κλάδος πήγε στην Πελοπόννησο, ένας στην Εύβοια και ένας άλλος στην Κρήτη.
Πολλά μέλη Ενετικών οικογενειών προερχόταν από το Βυζάντιο και είχαν Ελληνικά ονόματα. Τα ονόματα αυτά τα μετέτρεψαν σε Ενετικά και αργότερα τα ξαναμετέτρεψαν σε Ελληνικά. Κάτι τέτοιο πρέπει να συμβαίνει και με τους Μαυρογένη.

Μέλος της οικογένειας ήταν και ο Φραγκίσκος Μοροζίνι (Francesco Morosini 1618-1694) από τους μεγαλύτερους καπετάνιους της Βενετίας. O Fr. Morosini αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο τον Ιούνιο του 1685 και την κατέλαβε. Στη συνέχεια το 1687 κατέλαβε την Αθήνα, πέθανε δε στην Εύβοια και τον έθαψαν στη Βενετία. Στην πλάκα του τάφου του γράφει

FRANCISCO ΜAVROGENO
PELOPONNESIACO
SENATUS
ANNO MDCVIC

Η πρώτη ιστορική εμφάνιση του ονόματος Μαυρογένης γίνεται το 1274 όπου αναφέρεται ο Μάριος Μαυρογένης ή Μοροζίνι ( BLANCARD B 705). Κατά τον Blancard η σχέση των δύο ονομάτων, ενισχύεται από την φωνητική και ορθογραφική ομοιότητα των ονομάτων, καθώς και από την εμφάνιση του οικοσήμου των Μαυρογένη με τη φιγούρα του Λέοντος του Αγίου Μάρκου, όπως του Μοροζίνι. Κλάδος των απογόνων του Μοροζίνι στην Εύβοια έφερε τον τίτλο του Δούκα της Κρήτης. Επίσης σε επιτάφιο πλάκα (1619) στο παλιό Ηράκλειο Κρήτης βρέθηκε επιγραφή

DONATO MAVROGENO
CRETAE DVCL
OMNI ………..

Αρμοστές της Κρήτης, από το 1208 μέχρι το 1670 που υποτάχθηκε στους Τούρκους, με την επωνυμία Μοροζίνης (ΨΙΛΑΚΗΣ, Β σελ. 538) αναφέρονται σε 12 περιόδους.
Στα ληξιαρχικά βιβλία των Ενετών Χανίων, αναφέρεται το όνομα Marco Mavroceno (Morosini) consilieri 26/9/1625 - 29/3/1629. (Tα ληξιαρχικά βιβλία των Βενετών Ευγενών του Διαμερίσματος Χανίων (1519-1640)
ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΙΜΠΛΗ σελ 252). Ολα αυτά συνηγορούν ότι κάποια σχέση υπάρχει μεταξύ των δύο ονομάτων.
Ο BLANCARD αναφέρει ότι όταν το 1715 οι Τούρκοι κατέλαβαν ολόκληρη την Πελοπόννησο και εξεδίωξαν τους Ενετούς, δύο Μαυρογένη ο Στέφανος και ο Πέτρος, με τους γονείς τους Δημήτριο και Μαρουσάκη και τα αδέλφια τους (Ειρήνη, Νικόλαο, Γρανετάκη, Μαρία και Εμμανουήλ) έφυγαν από την Πελοπόννησο, από το χωριό Βαμβακού της Λακωνίας και εγκαταστάθηκαν στην Πάρο.
Ηταν πολύ πλούσιοι ο Πέτρος μάλιστα, ο οποίος ήταν και υποπρόξενος της Αυστρίας και της Αγγλίας στις Κυκλάδες, ανακαίνισε την εκκλησία της Εκατονταπυλιανής, όπως φαίνεται από μία επιγραφή που υπάρχει μέχρι σήμερα. Στη συνέχεια ο Στέφανος εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου χάρη στη μόρφωσή του έγινε διερμηνέας του Στόλου του Σουλτάνου, ενώ αργότερα ο γιος του Πέτρου, Νικόλαος έγινε ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας (1786-90).














Ο ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας Νικόλαος έκανε πολλά έργα και στα νησιά του Αιγαίου, έκανε επίσης βιβλιοθήκη για τους Ελληνες της Κωνσταντινούπολης, το δε παλάτι του που είχε στο Βουκουρέστι, όταν ήταν ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας, χρησιμοποιείται σήμερα σαν Εθνικό Μουσείο της Ρουμανίας.






Μια ενδιαφέρουσα τοιχογραφία σε φυσικό περίπου μέγεθος βρίσκεται στο αριστερό τμήμα του νάρθηκα του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στο Βουκουρέστι.

Η τοιχογραφία έχει τις μορφές του Νικολάου Μαυρογένη της γυναίκας και των παιδιών του.
Στην Πάρο έκανε πάρα πολλά έργα μεταξύ των οποίων τη δαπεδόστρωση του κύριου δρόμου της αγοράς της Πάρου. Στο δρόμο αυτό υπάρχουν και τρεις βρύσες που έκανε και έχουν ημερομηνία 1777 και διάφορες επιγραφές. Ο Οδυσέας Ελύτης τόσο εντυπωσιάστηκε από τις βρύσες του Μαυρογένη που στο Αξιον Εστί γράφει


« όπου και να πατεί το πόδι σας, φωνάζω, ανοίξτε, αδελφοί, μια βρύση ανοίξτε, τη δική σας βρύση του Μαυρογένη!»

Στην Εκατονταπυλιανή υπάρχουν τρεις μεγάλες εικόνες στο τέμπλο δεξιά αριστερά της πύλης του ιερού στις οποίες έχει αφιέρωση του Μαυρογένη. Πολύ εύκολα μπορεί να διαβάσει κανείς
ΙΩ : ΝΚ: ΠΤΡ
ΜΓ ΒΒΔ
ΜΡ: ΔΜ:Κ 1788
ΤΕΝ: :ΒΚΡSI:

Που σημαίνουν

ΙΩάννης ΝιΚόλαος ΠέΤΡου
ΜαυροΓένης ΒοεΒόΔας
ΜαΡία ΔόΜνα Και 1788
ΤεκΝων ΒουΚουΡέSτΙ

Το τέλος του ήταν φρικτό, αποκεφαλίστηκε κατόπιν εντολής του Σουλτάνου.

Σημαντικό μέλος της οικογένειας ήταν και ο Ιωάννης Μαυρογένης, ανιψιός του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας, ο οποίος ήταν ο σπουδαιότερος συνεργάτης του Ρήγα Φεραίου και προοριζόταν για υπουργός των εξωτερικών σε μια ενδεχόμενη Ελληνική Κυβέρνηση στην εποχή του Ρήγα Φεραίου.


Ο Ιωάννης Μαυρογένης που την εποχή εκείνη μιλούσε Ελληνικά, Γαλλικά, Ιταλικά και λίγα Γερμανικά δεν συνελήφθη τότε που συνελήφθησαν ο Ρήγας και οι συνεργάτες του γιατί βρισκόταν σε αποστολή στο Παρίσι να συναντήσει τον Ναπολέοντα και να ζητήσει τη βοήθειά του για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Τουρκικό ζυγό.
Δισέγγονη του Πέτρου ήταν η Μαντώ Μαυρογένη, ηρωίδα της επανάστασης του 1821, (πέθανε το 1848). Ο πατέρας της Νικόλαος, μέγας σπαθάρης στην αυλή στο Βουκουρέστι, έφυγε κρυφά όταν θανάτωσε ο Σουλτάνος τον θείο του, ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας και πήγε στην Τεργέστη όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Μετά το θάνατο του πατέρα της, η Μαντώ, έφυγε από τη Τεργέστη και πήγε με τη μητέρα της και τον αδελφό της Γιώργο, κατ αρχάς στην Τήνο και στη συνέχεια στη Μύκονο. Στη Τήνο και σε ηλικία 18 ετών μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία. Στην επανάσταση του 1821 αρμάτωσε με έξοδά της πλοίο και αργότερα έλαβε ενεργό μέρος σε πολλές μάχες, σαν οπλαρχηγός με δικό της σώμα πολεμιστών. Δυο φορές μάλιστα σώθηκε, από βέβαιο θάνατο κατά τη μάχη, από συμπολεμιστές της που θυσιάστηκαν για να τη σώσουν. Επίσης κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 έγραψε γράμματα προς τις γυναίκες της Ευρώπης και ζητούσε τη συμπαράστασή τους για την ελευθέρωση της Ελλάδας. Η Μαντώ ήταν μορφωμένη και ήξερε Αγγλικά και Γαλλικά.












Τα γράμματά της τα έδωσαν φιλέλληνες σε εφημερίδες της Ευρώπης και η δημοσίευσή τους προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση. Μετά το τέλος του Αγώνα, και την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Τουρκικό ζυγό, εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και συνήψε σχέση με τον Δημήτριο Υψηλάντη, στρατάρχη τότε δυτικής Ελλάδας. Ο τότε υπουργός Στρατιωτικών, όμως Κωλέτης είχε σχηματίσει τη γνώμη ότι η Μαντώ πήγαινε να στεφανωθεί τον Υψηλάντη για να τον σπρώξει προς το θρόνο της Ελλάδας και να καθίσει πλάι του βασίλισσα. Εβαλε λοιπόν ανθρώπους του οι οποίοι την απήγαγαν και την πήγαν στην Μύκονο, δίνοντας της να νομίσει ότι ή ενέργεια ήταν του Υψηλάντη ο οποίος ασθενούσε βαριά από στηθική αρρώστια εκείνη την εποχή. Παράλληλα έπεισε τη Μαντώ ότι η δολοπλοκία ήταν του Υψηλάντη. Η Μαντώ γύρισε πίσω, στο Ναύπλιο, αλλά χρησιμοποιώντας πάλι ο Κωλέτης τους γιατρούς του Υψηλάντη την έπεισε να ξαναφύγει για Μύκονο. Σε λίγο πέθανε ο Υψηλάντης (1832) και όταν η Μαντώ το έμαθε ήταν απαρηγόρητη. Η Μαντώ πέθανε από τύφο το 1848 πάμπτωχη και ξεχασμένη αφού όλη της την μεγάλη περιουσία την είχε ξοδέψει για την απελευθέρωση της Ελλάδας.
Τρισέγγονο του Πέτρου ήταν και ο ηγεμόνας της Σάμου Αλέξανδρος Μαυρογένης (1848-1929).
Διάφοροι απόγονοι των αδελφών εγκαταστάθηκαν εκτός από την Πάρο, στην Μύκονο, Σίφνο, Μήλο, Σάμο, Εύβοια, Κρήτη και Κωνσταντινούπολη.
Από τα ανωτέρω αδέλφια ο μικρότερος, ο Εμμανουήλ, όπως αναφέρει το 1909 ο Blancard «εγκαταστάθηκε στην Κρήτη όπου οι απόγονοί του ζουν σήμερα».
Η εκδοχή ότι οι Μαυρογένη της Κρήτης είναι η ίδια οικογένεια με τους Μαυρογένη της Βαμβακούς αποδεικνύεται:
α) Από την ονομασία του Βαμβακόπουλου και του πλατάνου του Μαυρογένη έξω από τα Χανιά.
β) Aπό τη μαρτυρία του αιωνόβιου Αποστόλου Μαυρογένη, εγγονού του Εμμ. Μαυρογένη, που την έδωσε ο ίδιος στο συγγραφέα της Ιστορίας της Κρήτης Ψιλλάκη .
γ) Aπό την παράδοση της οικογένειας.

Αλλα αξιόλογα μέλη της οικογένειας είναι:
Ο Πέτρος αδελφός του Νικολάου που ασχολήθηκε με το εμπόριο και την καλλιέργεια στην Πάρο και χρημάτισε επίτροπος της Κατωπολιανής.
Στέφανος αδελφός των προηγουμένων . Εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη και τελικά έγινε διερμηνέας - υπουργός - του στόλου του Σουλτάνου.
Ο Νικόλαος αδελφός των προηγουμένων έγινε επανειλημμένα προεστώς και βοεβόδας της Πάρου, βοεβόδας της Σύρου και πρόξενος. Επειτα έγινε διερμηνέας του στόλου, δυο φορές και έτσι άνοιξε ο δρόμος στην οικογένειά του να ανέβει σε διάφορα αξιώματα.
Ο Νικόλαος γιος του Πέτρου όπως αναφέρθηκε παραπάνω έγινε ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας. Η δράση του ήταν αξιόλογη. Με δική του προσπάθεια κατεστάλη η αναρχία των Αλβανών της Πελοποννήσου, Η Μάνη απέκτησε σχετική ανεξαρτησία, η Μύκονος και τα Ψαρά απέφυγαν τις συνέπειες για τη συνεργασία των με τους Ρώσους
Ο Στέφανος του Δημητρίου, ανεψιός του Νικολάου ανέλαβε δραγουμάνος του στόλου και το αξίωμα του μεγάλου Λογοθέτη των Πατριαρχείων.
Ο Νικόλαος γιος του προηγουμένου και πατέρας της Μαντώς υπήρξε σπαθάρης στη Μολδοβλαχία .
Ο Ιωάννης αδελφός του Στεφάνου αναφέρθηκε παραπάνω.
Ο Κωνσταντίνος δευτερότοκος γιος του ηγεμόνα Νικολάου, έγινε δραγουμάνος του στόλου.
Ο Σπυρίδων του Αλεξάνδρου διευθυντής του νοσοκομείου και καθηγητής του πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης
O Αλέξανδρος γιος του Σπυρίδωνα ιδιαίτερος γραμματεύς του Σουλτάνου και πρεσβευτής στις Ηνωμένες Πολιτείες, ηγεμόνας της Σάμου και γερουσιαστής.
Νεότερα μέλη ο Εμμανουήλ Μαυρογένης από τους Λάκκους της Κρήτης αρχηγός της επανάστασης του 1858 και τέλος ο επίσης Εμμανουήλ Μαυρογένης από τους Λάκκους και αυτός, που χρημάτισε διοικητής του ΟΤΕ.
Και θα πρέπει να προσθέσω ακόμη ένα Μαυρογένη το Διονύση που όπως είδα σε ένα ντοκυμαντέρ της ΝΕΤ έγινε η αιτία της κατάληψης του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973. Συγκεκριμένα ήταν μέλος του προεδρείου της φοιτητικής ένωσης της Νομικής όταν σε μια συνεδρίαση πληροφορήθηκε ότι φοιτητές κατέλαβαν το Πολυτεχνείο. Αρπαξε το μικρόφωνο το ανακοίνωσε και τους ξεσήκωσε να πάνε αμέσως στο Πολυτεχνείο. Πράγματι πήγαν στο Πολυτεχνείο αλλά δεν βρήκαν κανένα, αποφάσισαν όμως να μείνουν. Το έμαθαν οι σπουδαστές του Πολυτεχνείου και έμειναν και αυτοί. Σε λίγο έκαναν τον πρόχειρο ραδιοσταθμό και άρχισε η κοσμοσυρροή νέων μαθητών και σπουδαστών. Ετσι μια λάθος πληροφόρηση, στο Διονύση, έγινε η αφετηρία ενός πολύ σημαντικού γεγονότος.




ΟΙ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.


Ο Εμμανουήλ παιδί του Δημητρίου Μαυρογένη, φαίνεται να εγκαταστάθηκε μετά το 1715 πιθανόν γύρω στο 1740, στην Κρήτη, στα Χανιά και είναι ο πρόγονος του κλάδου των Κρητικών Μαυρογένη. Οι απόγονοι των Πέτρου και Στεφάνου αναφέρονται λεπτομερώς στο GRANDES FAMILLIES DE GRECE του Mihail Dimitri STURDZA όπου και πάλι αναφέρεται ότι είναι απόγονοι των Μοροζίνι.


























Ο Εμμανουήλ απλώς αναφέρεται χωρίς κανένα σχόλιο.
Ο κλάδος λοιπόν των Μαυρογένη εγκαταστάθηκε στη Κρήτη περί το 1740 με τον Εμμανουήλ Μαυρογένη ο οποίος πρέπει να ήταν τότε σε ηλικία περίπου 25 ετών. Η εγκατάσταση (ΨΙΛΑΚΗΣ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, Γ σελ. 38,39), (ΒLANCARD, Β σελ. 706), έγινε κοντά στην πόλη των Χανίων σε θέση που ονομάστηκε Βαμβακόπουλο σε ανάμνηση του χωριού καταγωγής των Μαυρογένη (Βαμβακού Λακωνίας).



























Στο Βαμβακόπουλο που ακόμη και σήμερα ονομάζεται έτσι, φύτεψε ο Εμμ. Μαυρογένης του Δημητρίου, ένα πλάτανο που έγινε πολύ μεγάλος (ο πλάτανος αυτός αναφέρεται στον Blancard το 1909 και ονομαζόταν ο πλάτανος του Μαυρογένη).


























Ο πλάτανος αυτός με περίμετρο περίπου 7,50 μ υπάρχει και σήμερα στο Βαμβακόπουλο. Μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη (1770) για περισσότερη ασφάλεια ο Εμμ. Μαυρογένης, ανέβηκε στους Λάκκους όπου παντρεύτηκε (ΒLANCARD, Β σελ. 706) κόρη Μάντακα και έκανε 3 παιδιά τους Ιωάννη, Αντώνη και Σταμάτη (οι οποίοι είχαν και το παράνομα Μπίμπος γι αυτό και ονομάζονται Μπιμπιανά η συνοικία των Λάκκων, που ήταν τα σπίτια τους, ακόμη και σήμερα).
Ο Σταμάτης είχε 12 γιους (Οι θρυλικοί γιοι του Μπιμποσταμάτη -ΨΙΛΑΚΗΣ Γ σελ. 191 ). Υπάρχει μάλιστα και σχετικό άσμα:

« Προβάλετε φωνάξετε στσοι Λάκκους και στ Ορθούνι
« ναρθούν του Λαπαθέν οι γιοι και του Μπιμποσταμάτη
« και σα λαγό ετόπωσαν στου Κάτω Δρυ τον πόρο
« και μη θαρούν πως ειν λαγός και πρεμαζώνουν σκύλους
« μα πού χει άρματα ας βαστά κι απου δεν έχει ας βρήστει.


Ο Εμμανουήλ Μαυρογένης είχε 32 εγγόνια και περί τα 200 δισέγγονα. Τα πιο πολλά από αυτά άλλαξαν επώνυμα για να ξεχωρίζουν ποιοι και από ποιόν προέρχονται.
Ετσι από αυτούς προήλθαν τα επώνυμα (ΨΙΛΑΚΗΣ, Γ σελ. 191) Μανιάδες, Τζοτζόληδες, Καψάληδες, Βέλανοι, , Μανωλάρηδες, Ξηράδες, Σαρρήδες, Κοκκινιανοί, Κοντέντοι, Κοκκαλάδες, Μιχελέτοι, Μαλινδρέτοι, Δρακουλέδες, Γιαννακοί, Παρασκιανοί, Μαρακιανοί, Παττακοί, Μανωλέδες Αννέζηδες, Μπιλάληδες, Μαρούληδες, Καντήδες, Γεωργιακοί και αρκετοί άλλοι (ΣΚΟΥΛΑΣ σελ. 27, 28 και BLANCARD σελ. 706 Β). Ολοι αυτοί λοιπόν είναι απόγονοι του Εμμ. Μαυρογένη από την Πάρο.
Οι κυριότερες οικογένειες των Λάκκων ήταν οι Μάντακες (απόγονοι: Σταματιανοί, Ζουρίδηδες, Μαλανδρήδες, Σέργηδες, Πρωίμηδες, Μιχελήδες, Πελεκούδηδες και άλλοι),
Οι Σκουλάδες (απόγονοι: Βολανηδες, Μαναρόληδες, Γιαννάρηδες, Νικολούδηδες, Καραπατήδες, Φερραρόληδες και άλλοι),
Οι Μαυρογένη (απόγονοι : Ανεζηδες, Γεωργιακοί, Δρακουλεδες, Καντήδες, Κόκκινοι, Μαλινδρέτοι, Μανιάδες, Μανωλάρηδες, Μανωλέδες, Μαρούληδες, Μιχελέτοι, Μπιλάληδες, Ξηράδες, Παρασκιανοί, Σαρρηδες, Τζοτζόληδες, Ψίληδες και άλλοι.
Επίσης μεγάλη οικογένεια ήταν οι Θοδωριανοί (απόγονοι: Ανδριάνηδες, Βερίβηδες, Καζάληδες, Μανουσάκηδες, Σολιδήδες και άλλοι)
Ο Ιωάννης Μαυρογένης του Εμμανουήλ από την Πάρο, είχε κατά τα γραφόμενα από τον Αχιλ. Σκουλά τρεις γιους και μια κόρη τους Σταμάτη, Εμμανουήλ, Στυλιανό και Κυριακή.
Από στοιχεία που βρήκα στο βιβλίο του Μ. Κουρμούλη ΧΙΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΙΑ ΓΕΝΙΑ και που αναφέρεται, κάπως μυθιστορηματικά στην οικογένεια Μαυρογένη, απόγονος της οποίας ήταν και αυτός προκύπτουν σημαντικά στοιχεία για τον Ιωάννη Μαυρογένη, τον πρώτο γιο του Εμμ. Μαυρογένη από την Βαμβακού.
Ετσι λύθηκε και η απορία μου πως ο Ιωάννης Μαυρογένης είχε μόνο τέσσερα παιδιά ενώ τα άλλα δυο αδέλφια του είχαν περισσότερα από δέκα ο καθένας.
Όπως προκύπτει λοιπόν από το παραπάνω βιβλίο (σελ. 178), ο Γιάννης ή Τζαννής Μαυρογένης έφυγε από την Κρήτη και πήγε στη Μυτιλήνη για να κρυφτεί γιατί είχε σκοτώσει ένα Τούρκο προκειμένου να σώσει από βέβαιο θάνατο ένα συγχωριανό του.
Στη Μυτιλήνη φιλοξενήθηκε στο σπίτι του γιατρού Κονδύλη που είχε παντρευτεί τη Μαρία Μαυρογένη κόρη του αδελφού του πατέρα του Στέφανου.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Μυτιλήνη ο τοπικός αγάς, ένας έκφυλος γέρος, έστειλε μήνυμα στον Κονδύλη ότι την ίδια μέρα έπρεπε να στείλει την όμορφη κόρη του Ζαμπία για το χαρέμι του. Η άρνηση θα αποτελούσε προσβολή στον αγά με σοβαρές συνέπειες για όλη την οικογένεια.
Στη συζήτηση απάνω ζητήθηκε η γνώμη του παπά Λευτέρη ο οποίος για να σώσει τη Ζαμπία πρότεινε τη μόνη λύση.
Η μόνη λύση ήταν να βρεθεί παντρεμένη η Ζαμπία ώστε να μη μπορεί να πάει στο χαρέμι του αγά. Και που θα βρούμε το γαμπρό τώρα παπά Λευτέρη αντέτεινε στεναχωρημένος ο Κονδύλης. Νατον ο γαμπρός είπε ο παπά Λευτέρης και έδειξε το Γιάννη Μαυρογένη. Ο Γιάννης εξήγησε ότι ήταν παντρεμένος και συγγενής της Ζαμπίας και ο γάμος αυτός θα αποτελούσε μεγάλη αμαρτία. Ο παπά Λευτέρης είπε το κρίμα απάνω μου, θα την παντρευτείς για να τη σώσομε και θα δούμε μετά .
Ετσι έγινε ο γάμος και η Ζαμπία γλίτωσε από τον αγά. Ο αγάς άμα έμαθε τη σκευωρία έγινε έξω φρενών, αλλά επειδή οι Μαυρογένη είχαν μεγάλη δύναμη στο σουλτάνο το θέμα δεν είχε συνέχεια.
Από το βιβλίο του Κουρμούλη, ο οποίος ήταν τρισέγγονο του Ιωάννη Μαυρογένη, προκύπτει ότι μετά το γάμο του με τη Ζαμπία ο Γιάννης Μαυρογένης πήγε στη Σμύρνη όπου με συστατική επιστολή του θείου του Στέφανου προσλήφθηκε σαν δραγουμάνος (1804-1816) στον Βεζύρη Κιαπίτογλου.
Μετά την εκτέλεση από το σουλτάνο του Κιαπίτογλου ο Μαυρογένης έφυγε και πήγε στη Ρουμανία.
Ο Γιάννης Μαυρογένης απόκτησε με τη Ζαμπετώ Κονδύλη δέκα παιδιά τους, Εμμανουήλ, Γεώργιο, Απόστολο, Κυριάκο, Δημήτρη, Ελένη, Νικόλαο, Κωνσταντίνο, Μαριγώ και Μιχάλη.
Ο Απόστολος γεννήθηκε το 1798 και πέθανε στην Αθήνα το 1906 σε ηλικία 108 χρόνων. Εμενε στην οδό Αραχώβης 10 στην Αθήνα. Σπούδασε γιατρός και υπηρέτησε σαν στρατιωτικός γιατρός υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Μιλούσε Γαλλικά, Ιταλικά Τούρκικα και Αραβικά, πολύ σπάνιο για την εποχή εκείνη. Υπήρξε σπουδαία προσωπικότητα της εποχής και ως εκ τούτου συχνά βρισκόταν στα ανάκτορα του Οθωνα σαν προσκεκλημένος. Ο Οθωνας και ο διάδοχος Γεώργιος του απένειμαν πολλά μετάλλια και παράσημα. Σε πρώτο γάμο παντρεύτηκε την Αναστασία Μπλεζάκη με την οποία απέκτησαν δυο παιδιά τους Νέστορα και Αλκιβιάδη.και σε δεύτερο γάμο την Κωνσταντίνα Γκεζελάκη.
Το γιατρό Απόστολο Μαυρογένη αναφέρουν και ο Blancard και ο συγγραφέας της Ιστορίας της Κρήτης Ψιλάκης (τον γνώρισε προσωπικά ΨΙΛΑΚΗΣ, Γ σελ. 39 ).
Ο Σταμάτης Ιωάννου Μαυρογένης (1786 - ) είχε παιδιά τους Ιωάννη, Εμμανουήλ ( 1808 - 1884) αρχηγό της επαναστάσεως 1858, Αντώνη, Δημήτρη και Στυλιανό οι οποίοι μετώκοισαν σε πεδινά χωριά όπως το Συρίλι, ο Σταλός ο Γαλατάς, τα Ζυμπραγού και σε άλλα χωριά, κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας ακόμη.
Ο Εμμανουήλ Ιωάννου Μαυρογένης (1788 -1829) είχε ένα γιο τον Ιωάννη ( -1829) και ο Στυλιανός Ιωάννου Μαυρογένης (1791-1829) είχε τρεις γιους τον Ιωάννη στα Χανιά, τον Χαρίτωνα στο Φουρνέ και το Σταμάτη που έμεινε στους Λάκκους. Παιδιά του Σταμάτη ήταν οι Γεώργιος, Εμμανουήλ, Βασίλης (1872-1943), Στυλιανός και η Αντωνούσα. Ο Βασίλης του Σταμάτη ήταν ο παππούς μου.
Οι τρεις παραπάνω Μαυρογένη που φαίνονται αποθανόντες το 1829, σκοτώθηκαν την 29.4.1829 σε μάχη με τους Τούρκους στα Λιβάδια.
Το γενεαλογικό δένδρο του Κρητικού κλάδου της οικογένειας Μαυρογένη φαίνεται παρακάτω:



0:Εμμανουήλ Μαυρογένης του Δημητρίου

Ο μικρότερος των αδελφών, που μετά την Βαμβακού Λακωνίας και την Πάρο πήγε στην Κρήτη, είχε τρεις γυιους και μια κόρη (BLANCARD , B σελ. 706) τους:


Α: Ιωάννη Β: Αντώνη Γ: Σταμάτη και Δ: Κυριακή
Οι Μαυρογένη, που τους είχαν ονομάσει και Μπιμπιανούς, όπως και οι άλλοι Λακκιώτες, επειδή έκαναν πολλά παιδιά είχαν πρόβλημα συνωνυμίας και γι αυτό ακολουθούσαν παρανόμια προερχόμενα συνήθως από το μικρό όνομα ή χαρακτηριστικά του πατέρα (π.χ. Μανωήλης, Κόκκινος, Γιωργιακός, Παρασκιανοί, Ξηράδες Μανιάδες κ.λ.π.) όπως αναλυτικότερα αναφέρεται παραπάνω. Ετσι σαν Μαυρογένη έμειναν τελικά μόνο οι απόγονοι του Ιωάννη Μαυρογένη. Ένα διάστημα μάλιστα και ο κλάδος της δικής μας οικογένειας ονομάστηκε Στυλιανουδιανοί, αλλά δεν επεκράτησε.
Απόγονοι του Ιωάννη που παρέμειναν με το επώνυμο Μαυρογένης είναι οι (εγγονοί του εκ Βαμβακού Εμμανουήλ):

α:Σταμάτης β:Εμμανουήλ γ:Στυλιανός .

ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ

α1:Μαρία (Αντώνης, Δημήτρης, Γεώργιος, Ελένη).
α2:Ιωάννης (Αργυρή, Θεοχάρης, Εμμανουήλ, Μαρία, Αικατερίνη, Μιχαήλ, Αντώνης, Χρυσή).
α3:Αντώνης (Σταμάτης, Νικόλαος, Ιωάννης, Γεώργιος, Στυλιανή, Αννα, Χαρίκλεια).
α4:Εμμανουήλ Αρχηγός Επαναστάσεως 1858 (Νικόλαος, Παντελής, Γεώργιος, Ιωάννης, Δημήτριος, Μιχαήλ, Αντώνιος, Αννέττα, Ζωή, Μαρία, Αικατερίνη, Αλέξανδρος, Ολγα).
α5:Δημήτριος (Θωμάς, Ιωάννης, Χαράλαμπος)
α6:Στυλιανός (Ιωάννης, Εμμανουήλ, Αλέξανδρος, Μαρία
(μετείχε σε ένοπλη ομάδα γυναικών στην επανάσταση του 1866-69), Στυλιανή)
α7:Γεώργιος

ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ

β1:Μιχαήλ (Ιωάννης, Εμμανουήλ, Σταμάτης, Χαρίκλεια, Γεώργιος, Νικόλαος, Αντώνιος)
β2:Ιωάννης
β3:Σοφία (Εμμανουήλ, Χριστόδουλος, Γεώργιος, Μαρία).

ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ (ΣTYΛIANOYΔIANOI)

γ1:Ιωάννης (Στυλιανός, Μαρία, Aργυρή, Αικατερίνη, Καλλιόπη, Ελένη, Δέσποινα).
γ2:Χαρίτων (Ιωάννης, Παύλος, Αντώνιος, Μαρία)
γ3:Σταμάτιος (Γεώργιος, Εμμανουήλ, Βασίλης (με έντονη γραμμή στο παραπάνω διάγραμμα), Στυλιανός, Αντωνούσα)
γ4:Κυριακή


ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ ΤΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

γ.3.1. Γεώργιος Εμμανουήλ (Διοικητής ΟΤΕ), Κλεάνθη Μανωλαράκη, Αργυρώ, Τριανταφυλλιά Δρακουλάκη, Αναστασία Τσιάκου, Δεσποινιά)
γ.3.2.Εμμανουήλ (Βασίλης, Σταμάτης)
γ.3.3.Βασίλης (Ελένη Σκουλά, Γεώργιος, Εμμανουήλ, Ερασμία Βολάνη, Σταμάτης).
γ.3.4.Στυλιανός (Εμμανουήλ, Νικόλαος, Φροσύνη Καζαλάκη, Ελευθερία Ψιλάκη, Αναστασία Μπιλαλάκη).
γ.3.5. Αντωνούσα Ψιλάκη

ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ ΤΟΥ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ.
(Ο παππούς μου ήταν τρισέγγονος του Εμμανουήλ από τη Βαμβακού και η Μαντώ Μαυρογένους ήταν δισέγγονη του αδελφού του Εμμανουήλ, Πέτρου άρα τρίτη εξαδέλφη του πατέρα του παππού μου.)
Ημερομηνίες γεννήσεως, θανάτου των Μαυρογένη των κατ ευθείαν προγόνων και απογόνων μας είναι οι παρακάτω.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ ( ; ) (1725)
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ (1715) ( ; )
ΙΩΑΝΝΗΣ (ΜΠΙΜΠΟΣ) 1750) 1860
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ 1791 1829
ΣΤΑΜΑΤΗΣ (ΣΤΥΛΙΑΝΟΥΔΙΑΝΟΙ) 1829 1916
ΒΑΣΙΛΗΣ 1872 1943
ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1906 1994
ΒΑΣΙΛΗΣ 1933
ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1966
(Εντός παρενθέσεως χρονολογίες κατ εκτίμηση

Περισσότερα για τους Μαυρογένη της Κρήτης θα βρείτε στο Internet στο site
http://www.lakkiotes.bलोग्स्पोत.com

























Aπόγονοι του Βασ. Μαυρογένη είναι οι παρακάτω:




























Μετάφραση από το δίτομο βιβλίο του BLANCARD (σελ 703 – 707 Β τόμος έκδοση 1909) από τη Στέλλα Βασ. Μαυρογένη.


ΟΙ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ

Αρχηγός και οργανωτής της εξέγερσης της Κρήτης το 1858.
Αρχηγός εξεγέρσεων από το 1866 στο 1878.

Ο πατέρας της ιατρικής επιστήμης θεωρούσε το γαλάζιο της Κρήτης σαν παράγοντα βελτίωσης της υγείας των ανθρώπων. Αυτό είναι τελικά που κάνει αίσθηση στον παρατηρητή που φτάνει στην Κρήτη, όπου τον βεβαιώνουμε ότι δεν υπάρχει ούτε ένα άγριο θηρίο και ότι όλα τα απαραίτητα είδη βρίσκονται σε αφθονία.
‘‘Η Κρήτη λέει ο Ομηρος είναι μια μεγάλη γη στη μέση μιας απέραντης θάλασσας. Είναι όμορφη εύφορη, περιτριγυρισμένη από κύματα και έχει 90 πόλεις και αναρίθμητους ανθρώπους.’’
Ο κόμης Μarcellus έγραφε με ενθουσιασμό, το 1820, στο βιβλίο του ‘Οι αναμνήσεις της Ανατολής’ για την Κρήτη ότι είναι η κοιτίδα του παραμυθιού , το ιερό νησί. Ολοι οι θεοί είναι λίγο πολύ Κρητικής προέλευσης. Από ψηλά στις επάλξεις του Ηρακλείου (Candie) έβλεπα το βουνό στο οποίο μεγάλωσε ο Δίας , πιο κάτω στις όχθες του ποταμού υπάρχουν και καταπράσινα πλατάνια που δανείζουν τη σκιά τους στην όμορφη Ευρώπη. Μακριά φαίνονται τα βράχια από όπου ξεπήδησε η νύμφη Δίκτυννα για να ξεφύγει από τους διώκτες του σοφού νομοθέτη Μίνωα και το ακρωτήρι του Απτέρου όπου οι μούσες νίκησαν τις σειρήνες στο τραγούδι.
Το συμπέρασμα που βγαίνει από όλα αυτά είναι ότι αυτή η χώρα, κοιτίδα του Ελληνικού πολιτισμού πρέπει να είναι περήφανη για την ένδοξη αρχαιότητα της και για ότι η φύση της είναι από τις πιο όμορφες και μέσα από την αφάνταστη γονιμότητά της έδωσε στην ανθρωπότητα τον τόσο ευφυή μύθο της θρησκείας στους λαούς της αρχαίας Ελλάδας.
Η Κρήτη ήταν ανέκαθεν αντικείμενο ζηλοφθονίας των ξένων. Η φύση της προσφέρει ένα μεγαλόπρεπο συμπόσιο, στο οποίο όπως θα έλεγε ο Kamortine, θα ήθελαν όλοι οι Θεοί του Ολύμπου που ακολούθησαν την έξοδο. Ενας Μαυρογένης του οποίου αγνοούσε το μικρό όνομα ήταν προύχοντας στη μικρή πόλη Βαμβακού της Λακωνίας και είχε πέντε παιδιά το Νικόλα, τον Πέτρο, τον Στέφανο, το Γιάννη και τον Εμμανουήλ. Ο πρωτότοκος ο Νικόλας έμεινε στην αρχή στη Βαμβακού και μετά υπηρέτησε στον Ενετικό στρατό και έγινε πρόξενος της Βενετίας στην Πάρο το 1725. Και οι άλλοι αδελφοί εγκατέλειψαν διαδοχικά τον τόπο τους. Ο Πέτρος πήγε επίσης στην Πάρο, ο Στέφανος στην Κωνσταντινούπολη, ο Γιάννης στη Μύκονο και τελικά ο Εμμανουήλ στην Κρήτη. Αυτός ο τελευταίος εγκαταστάθηκε αρχικά στα Χανιά και λίγο αργότερα σε μια περιοχή που του ανήκε περίπου μια ώρα απόσταση από τα Χανιά, ανάμεσα στα Περβόλια και το Δαράτσο όπου έφτιαξε μια συνοικία και την ονόμασε Βαμβακόπουλο σε ανάμνηση του χωριού προέλευσής του, της Βαμβακούς Λακωνίας. Τα ερείπια αυτής της συνοικίας υπάρχουν ακόμα και σήμερα μαζί με ένα γιγάντιο πλάτανο και ονομάζονται ακόμα και σήμερα το Βαμβακόπουλο του Μαυρογένη.
Αργότερα ο Μαυρογένης άφησε το Βαμβακόπουλο και ανέβηκε στους Λάκκους όπου παντρεύτηκε σε αυτόν το μικρό οικισμό την κόρη του αρχηγού Μάντακα από την οποία απέκτησε τρεις γιους : το Γιάννη, τον Αντώνη και το Σταμάτη. Αυτός ο τελευταίος παντρεύτηκε τη συμπατριώτισσά του Ελένη Πρασοπούλου με την οποία έκανε τον Εμμανουήλ, το Γιάννη, τον Αντώνη, το Δημήτρη και το Στυλιανό.
Από αυτά τα παιδιά ο μεγαλύτερος ο Μανώλης έγινε ο διάσημος καπετάν Μανώλης αρχηγός της Κρητικής εξέγερσης του 1858, η οποία φέρει και το όνομά του.
Το νησί της Κρήτης είναι ένα από τα μέρη του κόσμου στο οποίο έγιναν οι περισσότερες επαναστάσεις. Αυτές οι επαναστάσεις είχαν μεγάλη άνθιση λόγω του γεγονότος ότι ο πληθυσμός που έμενε στην Κρήτη προσπαθούσε να αποτινάξει το δεσμό που του επέβαλαν διάφορα έθνη. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όσο μιλούσε το Κρητικό αίμα, τόσο ο αταβισμός (η κληρονομική προδιάθεση) έπαιρνε το πάνω χέρι. Στην Κρήτη ο άντρας είναι στρατιώτης έλεγε ο Αριστοτέλης που ζει μέσα σε μια ομοιόμορφη πειθαρχία μέσα σε μια κοινότητα πλήρη από τροφή, κινδύνους και απολαύσεις, πάντα έτοιμος να σηκωθεί και να αγωνιστεί. Οι εξεγέρσεις γινόντουσαν τόσο συχνά που οι Κρητικοί το θεωρούσαν άχρηστο να κρατάνε χρονικό λογαριασμό. Επίσης δεν υπήρχε καμιά τακτική χρονολογία κόντρα στους κατακτητές, παρά μόνο ένας τρόπος πολύ δικός τους και πολύ ιδιαίτερος για την τοποθέτησή τους στην ιστορία. Εκεί κάθε επανάσταση φέρει το όνομα του κύριου πρωτεργάτη. Ετσι η εξέγερση του 1858 είναι γνωστή σαν του Μαυρογένη και η προηγούμενη σαν του Χαιρέτη και του Βασιλογιώργη. Η περίοδος των επαναστάσεων ουσιαστικά ξεκίνησε το 1207 από τον κόμη του Maillot ο οποίος αφού κυρίευσε το Ηράκλειο στο όνομα των Γενοβέζων, κατάφερε να το σκάσει με τις γαλέρες του.














































ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΒΑΣ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ

Από το βιβλίο του Αχιλ. Σκουλά ΟΙ ΛΑΚΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΛΑΚΚΙΩΤΑΙ σελ 82,83,84, έχομε αναλυτικά το γενεαλογικό δένδρο των Μαυρογένη της Κρήτης. Επίσης στις σελίδες 27,28,29 βλέπομε τα επώνυμα των Μαυρογένηδων που άλλαξαν.






(βλέπε και
http://www.lakkoi.blogspot.com/ )


http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%AC%CE%BA%CE%BA%CE%BF%CE%B9_%CE%A7%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%89%CE%BD










































































































































































































































ΡΙΖΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

Ριζίτικα λέγονται τα άσματα που τραγουδούσαν στα χωριά της Ρίζας, την ώρα που γλεντούσαν. Χωριά της Ρίζας ήταν εκείνα τα χωριά που βρίσκονταν στην βάση (ρίζα) των Λευκών Ορέων. Μερικά από τα ποιο ενδιαφέροντα που τα άκουσα στους Λάκκους, αλλά και διάφορες μαντινάδες και ανέκδοτα είναι και τα παρακάτω:

Πότες θα κάνει ξαστεριά
πότες θα Φλεβαρίσει
να πάρω το ντουφέκι μου
την όμορφη πατρώνα
να κατεβώ στον Ομαλό
στη στράτα τω Μουσούρω
να κάνω μάνες δίχως γιους
γυναίκες δίχως άντρες
να κάνω και μωρά παιδιά
να κλαιν δίχως μανάδες
να κλαιν τη νύχτα για νερό
και την αυγή για γάλα
και τ'αποξημερώματα
για τη γλυκειά τους μάνα
(Το τραγούδι πότες θα κάνει ξαστεριά )

Οι άντρες πάνε φυλακή
για μιαν αιτία πάντα
μα πάνε και κιαμιά φορά
και δεν κατέχουν γιάντα

Καλώς τηνε τη κοπελιά
κιανε κρατεί και πίττα
περίττου να ναι και ζεστή
και να χει και μυζήθρα. (το έλεγε ο πατέρας μου)

Με τα πετούμενα πουλιά
επήγαινα πετώντας
μα δα μου κόψαν τα φτερά
και πάω περπατώντας

Μην τονε κλαίς τον αητό
απού πετά σα βρέχει
μον κλαίγε το μικρό πουλί
απου φτερά δεν έχει

(Με τη φωνή της γιαγιάς Κατίνας)
Το παιδι οντε γεννάται
σαν το πωρικό λογάται
εις τσοι δέκα μεγαλώνει
και τον κόσμο καμαρώνει
στσοι κοσι ναι γλεντιστής
και καλός πολεμιστής
στσοι τριάντα ανθεί και δένει
και το σπίτι ντου ανασταίνει
στσοι σαράντα αναδειγμένος
και στο κόσμο ξακουσμένος
στσοι πενήντα για βουλή…
αν έχει κεφαλή καλή
στσοι εξήντα γέρνεται
κι ορνιθοτυφλαίνεται
στσοι εβδομήντα καμπουρώνει
κουμπιστήρι αναμαζώνει
στσοι ογδοήντα δε φελά
μόνο το ψωμί χαλά
στσοι ενενήντα οι γι εδικοί ντου
λενε θέ μου πάρε την ψυχή του
γιατί δεν τονε βαστούμε μπλιό
(Από τη γιαγιά Αικατερίνη Μαυρογένη - Μάντακα)
βλέπε

http://www.mavrogenisb.blogspot.com/

Τον αντρειωμένο μην τον κλαις
κιαν αστοχίσει μια και δυο
πάλι αντρειωμένος είναι,
πάλι ειν η πόρτα του ανοιχτή
κι τάβλα του στρωμένη

Σαν ειν ο τράγος δυνατός
δεν τονε σταίν η μάνδρα
ο άντρας κάνει τη γενιά
κι όχι η γενιά τον άντρα


Μάνα σαν ρθούν οι φίλοι μου
σαν ρθούν οι γι εδικοί μας,
μην τονε πεις π απόθανα
να τσοι βαροκαρδίσεις,
στρώσε τους τάβλα να γευτούν,
κλίνη να κοιμηθούνε ,
στρώσε τους παραπέζουλα,
να θέσουν τα άρματά τους,
και το πρωί σα σηκωθούν
και σ αποχαιρετάνε
πέτονε πως απόθανα

(το απαγγέλλει ο στρατηγός Μανόλης Μάντακας)
βλέπε http://www.mavrogenisb.blogspot.com/

Σε ψηλό βουνό σε ριζιμιό χαράκι,
κάθεται έν αητός
βρεμένος χιονισμένος ο καϋμένος
και παρακαλεί τον ήλιο ν ανατείλει,
ήλιε ανάτειλε ήλιε λάμψε και δώσε
να λιώσουνε τα χιόνια από τα φτερά μου
και τα κρούσταλλα από τ ακράνυχά μου

Τρώτε και πίνετε αρχοντες
και γω θα σας διηγούμαι
καλά διηγούμαι
για έναν αντρειωμένο
καλ άντρειωμένο
για ένα νιο που τον είδα εγώ
στα όρη και κυνήγα
αητό κυνήγα
κυνήγα και λαγώνευγε

Σαν τη λογιάσεις μια δουλειά
όρτσα και μη φοβάσαι
αμόλατη τη νιότη σου
και μην τηνε λυπάσαι

Μια φορά ένας Λακκιώτης πήγαινε από τσοι Λάκκους στη χώρα (Χανιά). Στην επιστροφή στη λίμνη της Αγυιάς τον συναντά ο Χριστός και του λέει: που πας πατριώτη; στσοι Λάκκους απαντά αυτός. Αν θέλει ο θεός (του ανταπαντά ο Χριστός). Θέλει δε θέλει λέει ο Λακκιώτης, θυμώνει ο Χριστός και τον κάνει βάτραχο στη λίμνη. Σε μια βδομάδα τον βγάζει τον ξανακάνει άνθρωπο και τον ξαναρωτά που πάς πατριώτη; εκείνος απαντά πάλι, στσοι Λάκκους. Αν θέλει ο θεός (του ανταπαντά ο Χριστός) θέλει δε θέλει λέει ο Λακκιώτης και έντεινε η λίμνη.
Μια φορά πήγε ένας χωρικός στον κουρέα στη χώρα και ζήτησε να τον ξυρίσει. Μπαίνει στο κουρείο και κάθεται στην καρέκλα. Από πού είσαι πατριώτη τον ρωτά ο κουρέας. Από τσοι Λάκκους απαντά ο χωρικός διστακτικά. Ο κουρέας τον κατάλαβε ότι δεν ήταν από τους Λάκκους αλλά ήθελε να πει ότι ήταν από καπετανοχώρι και του λεει: Να σου βάλω σαπουνάδα; γιατί οι Λακκιώτες ξυρίζονται χωρίς σαπουνάδα. Ε χωρίς σαπουνάδα λα θα με ξυρίσεις και μένα. Όταν άρχισε να τον ξυρίζει χωρίς σαπουνάδα και πονούσε λεει στον κουρέα. Ε βάλε και λίγη σαπουνάδα γιατί δεν είμαι δα και καταμεσής από τσοι Λάκκους.

Για το φόνο του Βέργερη υπάρχει το εξής λαϊκό άσμα
Στσοι νεραντζιάς το γούργουθο
στσοι νεραντζιάς το λάκκο
σκοτώσανε το Βέργερη
το ξακουσμένο Τούρκο
ο Γιώργιακας τον σκότωσε
απ την Αγιά Ειρήνη
μα στοχαλίζουν τους βοσκούς
πιάνουνε τους Λακκιώτες
μα κείνοι δεν τον μαρτυρούν
καλιά χουν ν αποθάνουν
τέτοιοι αετοί και σταυραετοί
δεν πρέπει να προδίδονται
(Σταμάτης Μαυρογένης)

Μια συζήτηση που δείχνει την εκτίμηση που … είχαν οι ορεινοί Κρητικοί στους πεδινούς είναι και η εξής:
Κάθονται δυο Λακκιώτες στα μνήματα των Μαντάκηδων και βλέπουνε τον κάμπο κάτω.
Κάπου εκεί φαίνονται και μερικοί άνθρωποι μικροί μικροί λόγω του υψομέτρου και τότε ρωτά ο ένας Λακκιώτης τον άλλο:
Λες να χουνε σύντεκνε οι κατωμερίτες ψυχή ;
και απαντά ο άλλος:
ε και να χουνε σύντεκνε θα ναι σαν του πουλιού

Κάποτε ταξίδευε ένας Κρητικός με το παιδί του στο κατάστρωμα του πλοίου για την Αθήνα. Καθόταν ο πατέρας στον ήλιο και έκανε σκιά στο παιδί του. Και τότε τον ρωτά κάποιος: Θα σου δώσει μωρέ ένα ποτήρι νερό άμα μεγαλώσεις; Και ο πατέρας απαντά: Δεν κατέω (ξέρω) αλλά κατέω ότι και αυτός θα κάνει το ίδιο για το παιδί του.

Αλλο ανέκδοτο που δείχνει το χαρακτήρα του Λακκιώτη είναι και το εξής:
Κάποτε ένας Λακκιώτης ξεκίνησε να πάει στη χώρα (Χανιά). Σαν έφτασε στην είσοδο της πόλης και σαν την είδε τόσο μεγάλη εντυπωσιάστηκε αλλά αμέσως έψεξε τον εαυτό του για την αδυναμία που έδειξε. Θυμωμένος τότε λέει στον απατόν (εαυτόν) του: Σα θέλω μπαίνω σα θέλω δεν μπαίνω, Ε δεν μπαίνω. Γύρισε πίσω στο χωριό, χωρίς βέβαια να μπει στη χώρα, ευχαριστημένος που δεν τον κυρίεψε η περιέργεια να δει τη χώρα.

Όταν θέλανε να ειρωνευτούνε τους Σελινιώτες τους λέγανε ότι κουβαλάνε στις τσέπες τους πέτρες και ότι ήταν μπακιρονούσιδες. Ο λόγος είναι ότι στο Σέλινο είχε μεταλλεύματα χαλκού (μπακίρι) και έτσι οι Σελινιώτες όταν έβλεπαν πέτρες παράξενες τις έπαιρναν για να τις εξετάσει κάποιος ειδικός.
Τους Λακκιώτες τους έλεγαν ειρωνικά χουμαδοκέφαλους. Ο χουμάς είναι το υγρό που μένει όταν κόψουν το υπό κατασκευή λευκό τυρί. Το ίδιο πράγμα είναι και το υγρό που μένει όταν από ένα κεσέ γιαούρτι φαγωθεί ένα μέρος. Την άλλη μέρα μέσα στον κεσέ υπάρχει μια ποσότης από ένα υπόξινο υγρό που είναι ο χουμάς. Οι Λακκιώτες είχαν πολλά πρόβατα και στα τυροκομεία (μιτάτα), επειδή υπήρχε έλλειψη νερού έπιναν όταν διψούσαν χουμά αλλά και στο μαγείρεμα τον χρησιμοποιούσαν αντί για νερό. Ο χουμάς είναι πολύ θρεπτικός και λόγω των πρωτεϊνών που περιέχει έκανε τους ανθρώπους που τον έπιναν πιο ζωτικούς και όταν από παιδιά οι άνθρωποι τρώνε πολλές πρωτείνες γίνονται αποδεδειγμένα πιο έξυπνοι, πράγμα για το οποίο περηφανευόντουσαν οι Λακκιώτες όπως και οι Σφακιανοί και οι Ανωγιανοί.

Μάλιστα κυκλοφορούσε το ανέκδοτο ότι όταν ο Θεός έκανε τον κόσμο και κοσκίνιζε το χώμα το έριξε κατά λάθος όλο στους κάμπους και δεν έμεινε χώμα για τα ορεινά που έριξε τα αποκοσκινίδια (τις πέτρες που είχαν μείνει στο κόσκινο). Οι κάτοικοι των ορεινών παραπονέθηκαν στο Θεό και αυτός όταν μοίραζε το μυαλό για να τους αποζημιώσει τους έδωσε παραπάνω και έτσι οι ορεινοί είναι πιο έξυπνοι!

Οταν "τσακωνόντουσαν" οι γονείς μου ο πατέρας μου έλεγε στη μητέρα μου που ήταν από το Σέλινο ότι κουβαλά πέτρες στις τσέπες της και η μητέρα μου του έλεγε μιλά τώρα και ο χουμαδοκέφαλος!

Ο πατέρας μου, μου διηγιόταν ότι όταν ήταν μικρός είχε θυμώσει για κάποιο λόγο που δεν θυμόταν και είχε πει ότι δεν θα φάει φαγητό. Η μητέρα του έβαλε σε ένα πιάτο φαΐ και το έβαλε στην άκρη προφανώς για να το φάει αργότερα. Αυτός το είδε και της είπε: Εγώ δε θα φάω μα οποιανού και να το φιλάς τουτονά λίγο του είναι.

Επίσης μου διηγιόταν για ένα παιδί που λέει σε κάποιο που περνούσε στο δρομάκι έξω από το σπίτι του: Φύγε μπάρμπα από το δρόμο μη σε κουτουλήσει το βούι μας. Και ρωτά ο μπάρμπας ανήσυχος: Ντα που είναι μωρέ το βούι σας; Και ανταπαντά το παιδί: Ο πατέρας μου πάει να το πάρει από την Αγιά !! (είκοσι χιλιόμετρα μακριά).
Και κάτι άλλο: Υπήρχε κάποιος που τον έλεγαν (παρανόμι) Γέντεκα. Αυτός δεν ήταν και πολύ καλά στο μυαλό. Κάποτε βρέθηκε ένα παιδί μπροστά του, το έπιασε από το λαιμό και τον έσφιγγε Του λεει το παιδί: Σιγά μπάρμπα για θα με πνίξεις. Και απαντά αυτός: Λυπούμαι σε μωρέ μα δεν έχω ήντα σου κάνω

Και ένα ανέκδοτο: Πάει καθυστερημένο το Γιωργιό στο σχολείο και του λέει η δασκάλα:
Γιάντα μωρέ Γιωργιό άργησες;
Πήγα την αίγα στον τράγο κυρία. (Η δασκάλα δεν το σχολίασε)
Σε μερικές μέρες ξανά άργησε το Γιωργιό και η δασκάλα πάλι του λεει, γιάντα (γιατί) άργησες μωρέ Γιωργιό;
Ε κυρία ξαναπήγα την αίγα στον τράγο. Και η δασκάλα:
Δεν εμπόριε μωρέ Γιωργιό να την κάνει αυτή τη δουλειά ο πατέρας σου;
και απαντά το Γιωργιό εμπόριε κυρία μα πρέπει πως ο τράγος την κάνει καλύτερα!!

Ένα άλλο γεγονός που μας συνέβη όταν πήγαμε στα Ανώγεια, άλλο καπετανοχώρι στην περιοχή Ηρακλείου είναι το εξής:
Είχαμε πάει στα Ανώγεια στην ταβέρνα ενός Σκουλά ( του πατέρα του γνωστού πλέον τραγουδοποιού Βασίλη Σκουλά), που είχε υπηρετήσει σαν στρατιώτης υπό τον Κώστα Νικολακόπουλο που ήταν μαζί μας με τη γυναίκα του την Ελένη. Μόλις μας γνώρισαν θέλησαν να μας κάνουν τραπέζι. Η Ζωή δεν δέχτηκε γιατί ήταν Μεγάλη Τετάρτη και νήστευε. Τότε λέει ο πατέρας του Σκουλά στο γιο του, φέρε μωρέ λίγο χαλβά να κεράσομε τσ ανθρώπους. Και ανταπαντά ο γιος :
" όι δα δεν των ε δίνουμε χαλβά, ανε θέλουνε να σφάξουμε κιαμιάν όρθα, ειδεμή πράμα. Να παν να λένε λα ότι φάγανε χαλβά στα Ανώγεια;"
Εκεί γνωρίσαμε και το θείο του Σκουλά (Γυλιός) που σε ηλικία 65 χρόνων καθόταν στο καφενείο Βυζάντιο στην Ομόνοια της Αθήνας, φορώντας γκιλότες και στιβάνια. Κάποιος ξένος τον έβλεπε και κάτι έγραφε σε ένα χαρτί, θύμωσε σηκώθηκε και πήγε να δει τι κάνει όπου διαπίστωσε ότι τον ζωγράφιζε.
Πήγε στο χωριό του, πήρε ένα μολύβι έβλεπε τον εγγονό του και τον ζωγράφισε στο πίσω μέρος ενός κουτιού τσιγάρων. Αφού τέλειωσε έδειξε στη γυναίκα του το έργο του και τη ρώτησε τίνος μοιάζει. Οφου ίδιος ο Χαραλάμπης μας είναι είπε η γυναίκα του. Μωρέ ζωγράφος ήμουνα και δεν το κάτεχα απάντησε αυτός. Ετσι στα 65 του χρόνια έγινε ζωγράφος και γλύπτης. Εξελίχτηκε σε ένα πολύ καλό και γνωστό ναίφ καλλιτέχνη. Από αυτόν τότε, που έκανε και γλυπτά εκμεταλλευόμενος την μορφή κλαδιών και κομματιών δέντρων, αγόρασε η Ζωή και μάλιστα "σε συναδελφική τιμή" το έργο του, ένας ένοπλος Κρητικός που έχομε.

Ένα άλλο ενδιαφέρον επεισόδιο μου συνέβη όταν επί δικτατορίας κάναμε περιοδεία για κτίρια του ΟΤΕ στην Κρήτη. Ησαν ο Διοικητής του ΟΤΕ Λ. Αλεξανδρόπουλος, Ο Δ/ντής των Τεχνικών Υπηρεσιών Παρ. Παρασκευόπουλος, και ο Μάριος Φερετζάκης από το Ηράκλειο και εγώ από τα Χανιά Τομεάρχες στα δίκτυα και τα κτίρια αντίστοιχα.
Κάποια στιγμή (1970) βρεθήκαμε στο Γενή Γκαβέ ένα πολύ ωραίο σημείο στο μέσον της παλιάς Εθνικής οδού μεταξύ Ρεθύμνου και Ηρακλείου γεμάτο πλατάνια και νερά. Αλλά κυρίως γνωστό για το καλό ψητό γουρουνόπουλο. Τους πρότεινα να καθίσομε να φάμε. Επειδή ήταν και κατάλληλη ώρα συμφώνησαν. Ζητήσαμε γουρουνόπουλο, κρασί και σαλάτες.
Μια στιγμή έρχεται ο μαγαζάτορας ένας Κρητίκαρος δυο μέτρα με ποδιά και μαχαίρι στη μέση και μας λέει : "έχω σημερινό ανθότυρο, θέλετε να σασε φέρω λίγο; " Ο Διοικητής του ΟΤΕ του απάντησε απότομα "δεν θέλομε τίποτα άλλο" και τότε αυτός απάντησε "ξιά σας (στην εξουσία σας)" και έφυγε αμέσως. Τότε ο Διοικητής του ΟΤΕ μας ρώτησε θυμωμένος "γιατί μας είπε να ξυστούμε;" Του εξηγήσαμε με το Μάριο την έννοια της λέξης ξιά σου και του είπαμε ότι ο φρέσκος ανθότυρος είναι πολύ ωραίο έδεσμα. Τότε γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε πήγαινε και πες του να μας φέρει να δοκιμάσουμε. Πήγα μέσα και είπα στο μαγαζάτορα να μας φέρει ανθότυρο. Αυτός γυρίζει και μου λέει άστον να τον φάει κιαείς απου κατέει (ξέρει), γιατί εσείς δεν κατέτε. Του εξήγησα ότι κατέω γιατί είμαι από τσοι Λάκκους και του ζήτησα να έρθει κι αυτός να πιεί ένα ποτήρι κρασί μαζί μας. Αντε μου λέει αφού σαι ανωμερίτης θα σου κάνω τη χάρη. Στο τέλος έφερε και τη λύρα του (ήταν Ανωγιανός ανωμερίτης κι αυτός) και μας είπε και μερικές μαντινάδες. Φύγαμε μετά τρεις ώρες με ένα φρέσκο ανθότυρο ο καθένας.

Ένα ανέκδοτο που μου διηγήθηκε πρόσφατα, μετά την κηδεία της Μαρίκας Μάντακα, η Ειρήνη η νύφη της είναι το εξής:
Κάποτε στα 80 της η γιαγιά μου η Κατερίνα στην Αθήνα, επισκέπτεται την αδελφή της την Αργυρή.
Όταν έφευγε της λέει η Αργυρή : " θα σου βρω ταξί να σε πάει σπίτι σου"
Βγαίνουν μαζί στο πεζοδρόμιο και η Αργυρή σήκωσε το χέρι μήπως σταματήσει κανένα ταξί.
Περνούσαν και περνούσαν τα αυτοκίνητα και δεν σταμάταγε κανείς. Ξαφνικά άγνωστο γιατί σταματά μια μοτοσυκλέτα! Γυρίζει τότε η γιαγιά μου και λέει στην Αργυρή:
"Κακοντόπαθα με τούτο νε θα με στείλεις απού είμαι ελαφριά και ζαλίζομαι και θα πέσω και δε θα καταλάβει πράμα ο οδηγός;"

Όταν ήμουν προϊστάμενος επιβλέψεως στο ΔΜ του ΟΤΕ είχα ένα κλητήρα το Μανόλη, από τα Ανώγεια, ήταν φοβερός τύπος, καλοσυνάτος, έντιμος και εργατικός, σχετικά μεγάλης ηλικίας και μιλούσε πολύ βαριά τα Κρητικά. Είμαστε φίλοι άλλωστε ήταν Κρητικός και μάλιστα ορεινός. Ελεγε ότι ένας ξάδελφος του γιατρός, του είχε πει ότι οι ορεινοί Κρητικοί είναι πιο έξυπνοι γιατί το τυρί που τρώνε και το γάλα που πίνουνε πάει κατευθείαν στο κεφάλι, γι’ αυτό και το μυαλό είναι ασπριδερό!
Σε μια συζήτησή μας τον ρώτησα πως βρέθηκε στον ΟΤΕ. Η ιστορία του ήταν εκπληκτική. Στην κατοχή, νεαρό βοσκόπουλο, ήταν αντάρτης και μάλιστα στην ομάδα που συνέλαβε το γερμανό στρατηγό Κράιπε. Ηταν αρχηγός ένας Αγγλος κομάντο που τον έλεγαν Τζόνι. Πολύ τολμηρός, ο Τζόνι, όπως έλεγε ο Μανόλης, δεν φοβόταν τίποτα. Κάποτε λοιπόν μετά από κάποιο ανδραγάθημα του, του λέει με θαυμασμό ο Μανόλης, μωρέ Τζόνι δε φοβάσαι πράμα (τίποτα) !!! Και ο Τζόνι απαντά φοβάμαι Μανόλη φοβάμαι. Και έκπληκτος ο Μανόλης τον ρωτά στα κρητικά και ήντα φοβάσαι;
Τα γεράματα Μανόλη μου τα γεράματα φοβάμαι! Πολύ σοφή κουβέντα.
Τώρα πως έγινε κλητήρας στον ΟΤΕ ο Μανόλης;
Στο δεύτερο πόλεμο ήταν στο αντάρτικο υπό τον Μανόλη Κεφαλογιάννη μετέπειτα Βουλευτή και Υπουργό επί σειρά ετών, τότε που στη Γερμανία αρχηγός ήταν ο Χίτλερης, έτσι τον έλεγε ο Μανόλης (τα εξελλήνιζε τα ονόματα των ξένων). Του είχε πει λοιπόν ο Κεφαλογιάννης, Μανόλη μετά τον πόλεμο θα τρώμε με χρυσά κουτάλια! Μετά τον πόλεμο ο Μανόλης δεν είχε όμως να φάει και τότε πήγε στον Κεφαλογιάννη και του λέει: Μανόλη δεν κατέω με τι κουτάλια τρως εσύ εγώ όμως δεν έχω να φάω τίποτις, ούτε με τσίγκινα και τότε ο Κεφαλογιάννης πήρε το φίλο του το Μανόλη το Μαυρογένη διευθυντή τότε στον ΟΤΕ και τον διόρισε κλητήρα για να τρώει και αυτός κάτι τις έστω και με τσίγκινα κουτάλια.
Μια εποχή μάλιστα ήθελαν να τον απολύσουν, γιατί λέει δεν είχε απολυτήριο Δημοτικού σχολείου. Είχε πάει μέχρι την πέμπτη τάξη και μετά βγήκε στο αντάρτικο, ήταν βέβαια δεκαοκτώ χρόνων τότε. Τον …. βοηθήσαμε να πάει σε .. νυκτερινό και να πάρει στα εξήντα του το απολυτήριο του δημοτικού για να μην τον απολύσουν!! Τον συνάντησα στο λεωφορείο Ζωγράφου όταν είχαμε πάρει σύνταξη και οι δύο. Γιατί είσαι βρε Μανόλη στην Αθήνα και δεν πας στα Ανώγεια; τον ρώτησα. Ασε κ. Μαυρογένη έχω πέντε εγγόνια, οι νύφες μου δουλεύουνε και εγώ τα πάω και τα φέρνω στα σχολεία πώς να πάω στα Ανώγεια; Μη στεναχωριέσαι Μανόλη μου και εγώ πηγαίνω να πάρω τα εγγόνια μου να τα πάω στον Εθνικό κήπο και στον Αγνωστο στρατιώτη!

Και ένα ριζίτικο που το έγραψε ο Σταμάτης (87 χρόνων) ο αδελφός του πατέρα μου, στη μνήμη της Ισαβέλλας της αδελφής μου που πέθανε στις 23 του Δεκέμβρη του 2003. (Υστερα από λίγο στις 20 του Μάη του 2004 έφυγε και αυτός):

Χάρε και γιάντα δε γερνάς γιάντα δεν αποθαίνεις
Να γίνουνε και σε χώμα τα κόκαλά σου
Για να μη βγαίνεις χάροντα εις τον απάνω κόσμο
Να παίρνεις νιους ελεύθερους και νέες παντρεμένες
Να παίρνεις και μωρά παιδιά


Αγρίμια κι αγριμάκια μου
λάφια μου μερωμένα
πέτε μου πουν οι τόποι σας
και πουν τα χειμαδιά σας
γκρεμνά ναι μας οι τόποι μας
λέσχες τα χειμαδιά μας
τα σπηλιαράκια του βουνού
είναι τα γονικά μας


Και μια επίκαιρη μαντινάδα:
Θα βάλω μόντεμ στο χωριό
Κομπούτερ στο μιτάτο
Για να πουλώ στο Ιντερνέτ
Το γάλα τω προβάτω.

Και μια που την είπαν για τον Μητσοτάκη
Χάμαι στη γη να πορπατείς
και να πετούν οι γι΄άλλοι
πάλι θα βρίσκεσαι μπροστά
με διαφορά μεγάλη
.

Και ακόμη
Ο Διγενης ψυχομαχεί κι γης τονε τρομάσει
πως θε να τον δεχτεί πως θα τονε σκεπάσει
Ξάφνου ανασηκώνεται βάνει φωνή μεγάλη
Νάχεν η γης πατήματα κι ο ουρανός κερκέλια
να πάτουν τα πατήματα νάπιανα τα κερκέλια
να δώσω σείσμα τα ουρανού.

Σαν αποθάνω βάλτε μου
το κινητό στο μνήμα
μα μη το βάλετε βαθιά
για δε θα πιάνω σήμα

Στο μετερίζι τσ΄ανθρωπιάς
Και στση τιμής το χρέος
Εκειά θα στέκω να πατώ
Κι ας είμαι ο τελευταίος










































































































































































Βιβλιογραφία:


1.GRANDES FAMILLIES DE GRECE, Michail Dimitri STURDZA Paris 1983
2. LES MAVROYENI, HISTOIRE D’ ORIENT, THEODORE BLANCARD, Paris 1909 τόμοι δυο Εθν. Βιβλιοθήκη ΒΕΙ,144
3. QUELQUES DETAILS-ADDITIONNELS, a la monographie, MAVROYENI, THEODORE BLANCARD, Paris 1921
4.ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ ΣΠΥΡΟΥ ΜΕΛΑ
5. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΨΙΛΑΚΗ Τόμοι 4.
6. ΟΙ ΛΑΚΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΛΑΚΚΙΩΤΑΙ ΑΧΙΛΛΕΑ ΣΚΟΥΛΑ 1961
7. ΠΑΝΤΕΛΗ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗ, ΠΑΝΤΕΡΜΗ ΚΡΗΤΗ, Αθήνα 1995
8. ΧΑΝΙΑ 1252 – 1940 ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΙΒΗ 1993
9. Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ ΜΙΧΑΛΗ ΑΝΔΡΙΑΝΑΚΗ
10. H ANTΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΣΕΛΙΝΟ ΒΑΡΔΗ ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗ 1988
11. KΡHTEΣ MAKEΔONOMAXOI 1903 - 1912 ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΝΤΑΚΑ 1994
12. ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1912 – 13 ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΝΤΑΚΑ 1995
13 ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ
14. ΤΑ ΛΗΞΙΑΡΧΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΓΕΝΝΗΣΕΩΝ …. ΕΥΓΕΝΩΝ ΕΝΕΤΩΝ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ ΧΑΝΙΩΝ (1519 - 1640) ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΙΜΠΛΗ
15. ΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ
Γιάννη Μάντακα 2000 Τόμοι 2
16. ΧΙΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΙΑ ΓΕΝΙΑ Μ. ΚΟΥΡΜΟΥΛΗ 1969
17. Ο ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ Μετάφραση του επίτομου βιβλίου του 1896 του Θ. Μπλανκάρ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας.































MAVROGENIS FAMILY







CONTENT



1. HISTORICAL PERIODS OF CRETE

2. MAVROGENIS FAMILY

3. THE MAVROGENIS’ OF CRETE

4. LAKKI AND LAKKIOTES



INTRODUCTION


I was born in April of 1933 and I spent my summer vacations of 1946, 1947, 1948, 1949 and 1955 in the village of Lakkoi and in Omalos of Chania, Crete, my father’s birth place.

Grandma Katina, my father’s mother, had been left behind alone, together with my aunt Erasmia. You see, my father’s brother Stamatis, had been exiled to St. Efstratios (a desert island, where they were sending the politically undesirables.)

I was sent many times to Omalos, using the horse, to bring back potatoes.
Most of the times I was going together with my first cousin Nikos Skoulas, a retired general today, who was having the same age as myself.

Well, I wanted to record some of the things I experienced and learned at the time I spent there, as well as the different facts I gathered in reference to the origin, the struggles and some of the important members of my family, for the younger relatives to learn about them and be proud of them.

It was really exciting meeting and knowing the old Lakkiotes, who were still alive at that time.

In the first part I included some general facts and information about Crete, so that there will be informed, those to whom it is addressed to.

These notes are dedicated to my children Stella and George, my grandchildren Dimitri and Vassili Karkatzo and Lila and Zoe Mavrogeni and to all our family’s young children, so that they will be informed of the facts, the history and the acts of our ancestors.

Vassilis Mavrogenis Athens, Greece
Civil engineer January 2010
Electrical and Mechanical engineer




CRETE - HISTORICAL PERIODS.

Crete one from the bigger islands on Mediterranean is found in a crossroad of three continents (Europe, Asia, Africa).
Even the name of Europe emanated from the Cretan History. (Jupiter was transformed in bull, abducted and her child her was the Minoas.) Because the place and the climate were developed very old big cultures as the Minoikos in the times of which existed in Crete hundred cities, ruins of which exist and today. Ruins of more from them have found with bases ancient texts as the work of Homer, but also descriptions of other writers. Existed however also object of claims from a lot of conquerors. Important role in the conquests they played the natural harbor of Souda, that still is also today considered strategic but also the production and her products that were always good and in big quantities. Crete is constituted by four prefectures (Chania, Rethimno, Heraklion and Lasithi, with capitals respectively Chania, the Rethimno, the Heraklion and Saint Nikolaos). I mark that the Heraklion (Kandia), in middle ages, was acquaintance for his eminent fortifications. The Turks in order to him they take from their Enetoy's him besieged from 1625 until 1645 and they had 100.000 dead. Characteristic of Crete they are the very tall mountains that in periods of conquerors of were man of rebels. Thus we are the White mountains in Chania (2452 m.), Psiloritis (2454 m.) in Rethimno and Heraklion and Dikti (2148 m.) in Lasithi. Basic base of operations and shelter of rebels were the White mountains in the prefecture Chania, because the big extent their but also existence of plateau Omalos and the gorge of Samarias that connected the provinces of Chania through impassable passages that it was easy they are looked after by few men. In “steel doors” the rocks have distance six meters and altitude of 300 m.
In the villages that were round the roots of White Mountains they were the residences of rebels. This village never enslaved in conqueror. On the contrary their various conquerors granted privileges in order to they do not have nuisances. Many times however or because the conquerors trampled the privileges or because it woke up in this villages the national feeling became revolutions. As report the Historical most revolutions in the world all they have become in Crete. Forty and more revolutions big became on Venetian domination (1212–1645) and Ottoman domination (1645-1898).
The many from these revolutions began from their Lakki and the Sfakia. Our ancestors found to live in their Lakki, so that they have received part in all the liberation fights and they have suffered very big sacrifices.
From his only for Mayrogeni I accomplished to assemble certain cells which I mention also below.



HISTORICAL PERIODS OF CRETE

Afterwards the Romen, the Byzantines, the Arabs, Venetians and Turks-Egyptian occupied the decline of Greek cities Crete.
Chronological the makes have as follows:
- 2600 NEOLITHIKI SEASON
- 2600 – 1100 B.C. PROISTORIKI (MINOIKI) YEARS
- 1100 B.C.- 69 B.C.. HISTORICAL YEARS
- 69 B.C. - 330 A.C. ROMEOKRATIA
- 330 - 823 FIRST BYZANTINE PERIOD
- 823 - 961 ARAVOKRATIA (SARAKINI)
961 - 1204 SECOND BYZANTINE PERIOD
(Nobleman : Fokas (they were renamed by Venetian, Kalergides), Varouhas, Skordilis, Mousouros, Gavalas, Melissinos, Arholekos, Vlastos, Hortatzis, Argyropoulos, Calafatis and Lithinos )
1204-1212 GENOYATES
1212 - 1645 VENETIAN DOMINATION
1645 - 1830 A PERIOD of OTTOMAN DOMINATION
1830 - 1841 EGYPTIANS
1841 - 1878 B PERIOD of OTTOMAN DOMINATION
1878 - 1889 C PERIOD of OTTOMAN DOMINATION
1889 - 1898 D PERIOD of OTTOMAN DOMINATION
1897 Afterwards slaughter the big forces shared Crete (Chania – Italians, Rethimno – Russians, Heraklion English, Lasithi – Frenches). 1898 (9.12) PRINCE GEORGES – Supreme Commissioner (Autonomy – Cretan State)
1913 (1.12) Rise of flag of union with Greece in the entry of harbour in the castle - prison, Firka, from Hatzimihali Giannari and Anagnostis (Haralampos) Mantakas, brother of father’s, my grand mothers, Ekaterini Mantaka wife of Vassilis Mayrogeni.
At the duration of Venetian domination became 26 revolutions with mainer the following:
1205 Skordilon
1212 Agiostefaniton
1217 Skordilon and Melissinon
1230, 1234,.1261 With indication of Byzantium
1265 1271 –1272 Hortatzidon
1276 – 1292 Kalergidon
1303, 1330,.1332,.1337 Kalergidon, Psaromiligon
1341 Smyriliou
1347 Psaromiligon
1456 – 1467
1570 Kantanoleontos
1608 Sfakion
On Ottoman domination (1645-1898) became 15 revolutions with mainer the following:
1660 Morozini
1692 Mantsenigou – Morozini
1770 Daskalogianni
1821 General revolution
1833 Mouries
1841 Hereti
1858 Mavrogeni
1866 General revolution
1878 General revolution
1889 General revolution
1895 Of postwar years Committee
1897 Arrival Greeks armies.

Then we have:

1898 Arrival of Greek Commissioner and
1913 (13/12) Union with Greece.



THE MAVROGENI FAMILY

According to the book of the French historian THEODORE BLANCARD – LES MAVROYENI, HISTOIRE D’ ORIENT (1909, two volumes, Athens National Library, a/a BEI 144), the Mavrogenis’ are the descendants of the Venetian Morozinis’, who again originated from Byzantium and their last name was MAVROGENO.
The Mavrogeni family dispersed to various places right after the Fall of Constantinople in 1453. A branch of the family went to Peloponnese; another went to Euboea (Evia) and a third one went to Crete.

A great number of Venetian families originated from Byzantium and had Greek names. They changed their last names into Venetian names and later on they changed them back to Greek ones.
Something like this must have happened to the Mavrogenis’.

Also, a member of this family was Francesco Morozini (1618-1694), one of the greatest Venetian Admirals.
He landed in Peloponnese in June of 1685 and took it by storm. Two years later, in 1687, he occupied Athens, he later passed away in Euboea and was buried in Venice.
On his tombstone it is engraved…

FRANCISCO…MAVROGENO
PELOPONNESIACO SENATUS
ANNO MDCVIC

The first historic appearance of the Mavrogeni name was in 1274, when was mentioned the name of Mario Mavrogeni or Morozini (BLANCARD B 705).
According to Blancard, the relation between the two names is strengthened by the phonetic and the orthographic resemblance of the names, as well as of the presentation on the Coat of Arms of the Mavrogeni family of the figure of the Lion of Saint Markus, the same exactly as the one appearing on the Coat of Arms of the Morozini family.
The branch of the Morozini descendants in Euboea was bearing the title of Duke of Crete.
Also, on a gravestone (1619) in the old city of Heraklion, in Crete, a sign was found, with the engraving…

DONATO MAVROGENO
CRETAE DVCL
OMNI…….

Governors of Crete by the name of Morozini (Psilakis, B p. 538) are reported in 12 periods, from 1208 until 1670, when Crete was subjugated to the Turkish rule.

In the registry books of the Venetian Chania, is mentioned the name of Marco Mavrogeno (Morozini) consigliere 26/9/1625 – 29/3/1629.
(The registry books of the Venetian Aristocracy of the Chania Region
(1519 – 1640) Dimitra Pimbli, p. 252). All the above speak for some existing relation between the two names.

Blancard mentions that when the Turks occupied the entire Peloponnese in 1715 and threw the Venetians out, two Mavrogenis, Stephanos and Petros, along with their parents Demetrios and Maroussaki and their brothers and sisters (Irene, Nickolaos, Granetaki, Maria and Emmanuel), left their village of Vamvakou, Laconia, in Peloponnese and settled in the island of Paros.

They were very wealthy, especially Petros, who was vice-consul of Austria and England in the Cycladic islands and who renovated the church of Ekatondapyliani, as it appears on a sign, which exists still today.

Later, Stephanos moved to Constantinople and settled there, where, thanks to his education he became dragoman in the Sultan’s fleet, while later, Petros’ son Nickolaos, became Governor of Moldovlachia (1786 – 1790).
Nickolaos, the Governor of Moldovlachia, did a lot of works in the Aegean islands, built and established a library for the Greeks in Constantinople, while the palace in which he was living in, in Bucharest, when he was the Governor of Moldovlachia, is used today as Romania’s National Museum.

In Paros, he did a lot of works, among which there is the paving of the main street of the market. Along this street, there are three fountains he built, with the building date of 1777 and various signs.

Odysseas Elytis, the great Greek poet, was so impressed by the Mavrogenis’ fountains that he wrote in his Axion Esti “no matter where you step your foot, I cry, turn on, brothers, turn on a fountain, your fountain of Mavrogenis’!”

Inside the church of Ekatondapyliani, there are three big icons on both sides of the Sacred Gate on which there is Mavrogeni’s consecration.
He suffered though a terrible death; he was decapitated, by order of the Sultan.

Another prominent member of the family was Ioannis Mavrogeni, the nephew of the Governor of Moldovlachia, who was the most important fellow-worker of Rigas Ferraios and was marked out for minister of Foreign Affairs in an eventual Greek Government, at the time of Rigas Ferraios.
Ioannis Mavrogeni, who at the time was fluent in Greek, French, Italian and a little of German, was not arrested along with Rigas and his friends, due to the fact that he was on a mission to Paris, to meet with Napoleon and ask for his help for the liberation of Greece from the Turkish yoke.

Petro’s great granddaughter was Mando Mavrogeni, a heroine of the Greek Revolution of 1821 (she is said to have been born in Trieste between 1790 and 1796 and she passed away in 1848).

Her father Nickolaos, Great Commander in the Court of Bucharest, fled away secretly, when his uncle, the Governor of Moldovlachia was put to death by the Sultan and went to Vienna first and after 1790 he moved with his family to Trieste, where he engaged in business. He was a successful merchant and became very wealthy.

Right after her father’s death, Mando took her mother Cassandra Soutsou and her brother George and left Trieste, going first to Tinos Island and later settled in Myconos.

While in Tinos and at the age of 18, she was initiated and became a member of the Society of Friends (=Filiki Heteria).

During the Revolution of 1821, she equipped a ship at her own expense and later took an active part in many battles, as a chieftain, with her own army corps.
Indeed, she escaped certain death twice during combat by her fellow warriors, who gave their lives to save her.
Meanwhile, during the Revolution of 1821, she wrote and sent letters to prominent women in Europe, asking for their support for the liberation of Greece.

Mando Mavrogeni was educated and was fluent in English and French.
Her letters were given to European newspapers by philhellenes and their publication caused great excitement.
After the end of the Greek War of Independence and the liberation of Greece of the Turkish yoke, she settled in Nauplia and had a relationship with Demetrios Ypsilantis, Field-Marshal of West Greece at the time.
The then Minister of War, Kolletis, was certain that Mando wanted to marry Ypsilantis and push him to the Greek throne and reign with him as his queen!
So, he had her abducted and sent her to Myconos, letting her believe that it was Ypsilantis’ doing, who was suffering of a severe case of chest complaint at the time.
He persuaded her that it was all Ypsilantis’ machination!!
Mando, however, went back to Nauplia, but then again Kolletis, using Ypsilantis’ doctors, persuaded her to go back to Myconos.
Ypsilantis passed away in a short while afterwards (1832) and when Mando learnt of his death, was unconsoled.
Mando died of typhus in 1848, completely forgotten by everyone and poverty-stricken, since she had spent all her great fortune for the liberation of Greece.

Petros’ great great-grandson Alexandros Mavrogenis (1848-1929) was also the sovereign of Samos.

Various descendents of the Mavrogeni brothers settled besides Paros, in Myconos, Syphnos, Mylos, Samos, Euboea, Crete and Constantinople.

From the above mentioned brothers, the youngest one, Emmanuel, “settled in Crete, where his descendants live today” according to what Blancard wrote in 1909.

The version that the Mavrogenis of Crete are the same family with the Mavrogenis of Vamvakou is proven:
a) By the surname Vamvakopoulo and the Mavrogenis’ plane-tree outside the city of Chania.
b) By the testimony of the age-old Apostle Mavrogeni, grandson of Emm. Mavrogeni, which he gave himself to Vassilios Psilakis, writer of the History of Crete.
c) By the family tradition.

Other important members of the family are:

Petros: brother of Nickolaos engaged in business and farming in Paros and served as church-warden of Katopoliani.

Stephanos: brother of the abovementioned. He settled in Constantinople and he finally became Dragoman-Minister of the Sultans fleet.

Nickolaos: another brother of the above. He became head and voivod of Paros many times, as well as voivod and consul of Syros. Afterwards he became Dragoman in the Sultan’s fleet twice, opening the way to the family for higher offices.

Nickolaos: son of Petros as already mentioned, became Governor of Molthovlachia. His achievements were great.
Due to his personal efforts the Albanian anarchy in Peloponnese was repressed.
The area of Mani, in Peloponnese, acquired relative independence.
Myconos along with Psara avoided suffering the consequences for collaborating with the Russians.

Stephanos: son of Demetrios and nephew of Nickolaos became Dragoman in the Sultan’s fleet and Great Logotheti of the Patriarchates.

Nickolaos: son of the above and Mando’s father, he became Commander in Moldovlachia.

Ioannis: brother of Stephanos was mentioned previously.

Konstantinos: second son to the Governor Nickolaos, became Dragoman to the Sultan’s fleet.

Spyridon: son of Alexandros, Director of the Hospital and Professor at the University of Constantinople.

Alexandros: son of Spyridon was Private Secretary to the Sultan and Ambassador to the United States, Governor of Samos and Senator.

Recent members of the family are Emmanuel Mavrogenis from the village of Lakkoi in Crete and was head of the Revolution of 1858 and last but not least, Emmanuel Mavrogenis as well, coming from Lakkoi too, and served as General Manager to the Greek Telecommunications Organization (O.T.E.).

I should also mention another Mavrogeni, named Dionyssis, who, as I saw in a documentary on the Greek Television Network (NET), he was sort of responsible for the occupancy of the Polytechnic in November of 1973. In particular, he was a member of the presiding board of the students union of the Law School, when, during a meeting he was informed that the students took over the Polytechnic. He grabbed the microphone, informed the others and urged them to go to the Polytechnic.
They did go to the Polytechnic but found nobody, yet they decided to remain there. The Polytechnic students heard of it and they joined them as well. They soon improvised for a radio station and this is how the young students started storming in!!!
So, a piece of false information given to Dionyssis was the beginning of very important and historical events for Greece and the end of the Dictatorship!!!



THE MAVROGENIS OF CRETE


Emmanuel Mavrogenis, son of Demetrios, seems to have settled in Crete later than 1715 and most probably around 1740; he is the ancestor of the Cretan branch of Mavrogenis’.

The descendants of Petros and Stefanos are mentioned in detail in the book “GRANDES FAMILLIES DE GRECE’’ written by Mikhail D. Sturtza, where it is also mentioned that they are the Morozini descendants. Emmanuel is simply mentioned without any comments.

So, the branch of the Mavrogenis’ settled in Crete, around 1740 with Emmanuel Mavrogenis as head of the family, who must have been about 25 years old at the time. The location (Psilakis, THE HISTORY OF CRETE, C p. 38, 39), (BLANCARD, B p. 706), was close to the city of Chania, and was given the name VAMVAKOPOULO, in memory of the village of the origin of the Mavrogenis’ (Vamvakou, Laconia, in Peloponnese).
In Vamvakopoulo, which is still named so today, Emmanuel Mavrogenis, son of Demetrios, planted a plane-tree which grew very big; (this plane-tree was mentioned by Blancard in 1909 and was known as Mavrogenis’ plane-tree). This plane-tree still exists today in Vamvakopoulo and it has a perimeter of 7, 50 m.
Right after Daskalogiannis’ uprising (1770), Emmanuel Mavrogenis moved up and lived in the village of Lakkoi for safety and there he married the daughter of Mandakas (BLANCARD, B p. 706); they had three (3) children, Ioannis, Antonis and Stamatis (who also had the nickname Bibos, so that the neighborhood in Lakkoi where their houses were, was and it is still today called Bibiana).

Stamatis had 12 sons!! (The legendary sons of Bibostamatis – PSILAKIS C, p.191). There is also a song about them!!

Emmanuel Mavrogenis had 32 grand-children and about 200 great grand-children. Most of them changed their last names in order to distinguish who they were and from whom they came from.

Thus, it is from them that the following surnames (nicknames) came from: Manias, Tzotzolis, Kapsalis, Velanos, Manolaris, Ksiras, Sarris, Kokkinianos, Kontentos, Kokkalas, Micheletos, Malindretos, Drakoules, Giannakos, Paraskianos, Marakianos, Pattakos, Manoles, Annezis, Bilalis, Maroulis, Kantis, Georgiakos and many others (Skoulas p. 27, 28 and BLANCARD p. 706 B). All the abovementioned are the descendants of Emmanuel Mavrogenis from Paros.

The most prominent families in the village of Lakkoi were the ones named:
Mandakas (descendants: Stamatianos, Zouridis, Malandris, Sergis, Proimis, Michelis, Pelekoudis e.t.c.).

Skoulas (descendants : Volanis, Manarolis, Giannaris, Nikoloudis, Karapatis, Ferrarolis e.t.c.).

Mavrogenis (descendants : Annezis, Georgiakos, Drakoules, Kandis, Kokkinos, Malindretos, Manias, Manolaris, Manoles, Maroulis, Micheletos, Bilalis, Ksiras, Paraskianos, Sarris, Tzotzolis, Psilis e.t.c.).

Thodorianos (a great family with descendants: Andrianis, Verivis, Kazalis, Manoussakis, Solidis e.t.c.).

According to the writings of Achilleas Skoulas, Ioannis Mavrogenis, son of Emmanuel, from the island of Paros, had three sons and a daughter, namely Stamatis, Emmanuel, Stylianos and Kyriaki.

From records I found in M. Kourmoulis’ book, titled “ A GENERATION OF ONE THOUSAND YEARS’’ and in which he speaks of the Mavrogenis Family in a romantic way, descendant of which he was himself as well, come to light important facts about Ioannis Mavrogenis, the first son of Emmanuel Mavrogenis from Vamvakou in Lakonia-Peloponnese.
So, I found the answer to my question, as how come Ioannis Mavrogenis had only four (4) children, while his other two brothers had more than ten children each!!
Well, as it is mentioned in the abovementioned book (p. 178), Ioannis or Tzannis Mavrogenis fled Crete and went to Mytilene Island (Lesbos) to hide, because he had killed a Turk, in order to save a fellow-villager from sure death.
While in Mytilene, he was a guest at the house of doctor Kondylis, who had married Maria Mavrogenis, daughter of his father Stephanos’ brother.
During his stay in Mytilene, the local agha, a lecherous old man, sent a message to Kondylis, that he should sent him his beautiful daughter Zambia for his harem, that same day!! To refuse the agha, would constitute an insult, with serious repercussions to the entire family.
During the discussions among the family members, they asked the opinion of father Lefteris, the Priest, who, in order to save Zambia, suggested the only solution!
The only solution would be for Zambia to get married, so that she should avoid going to the agha’s harem!
“And where are we going to find a groom, father Lefteris?” asked Kondylis.
“Right here is your groom!” answered father Lefteris and showed Ioannis Mavrogenis.
Ioannis explained to them that he was already married and was also related to Zambia and the marriage would be a great sin!! “I will take it upon myself; you will marry her in order to save her from the agha and we’ll see about it later!!” said father Lefteris.
So, the wedding took place and Zambia got rid of the agha. When the agha learned of the scheming, was furious, but because the Mavrogenis’ had very good connections with the Sultan, he left it at that.
As it is mentioned in Kourmoulis’ book, who was great great-grandson of Ioannis Mavrogenis, after his marriage to Zambia, Ioannis Mavrogenis went to Smyrna, where, using a letter of reference given to him by his uncle Stephanos, he was hired by the Vizier Kiapitoglou as Dragoman (1804-1816).
Ioannis Mavrogenis left Smyrna and went to Romania right after the Sultan ordered Kiapitoglou’s execution!

Ioannis Mavrogenis had ten (10) children with Zambeto (Zambia) Kondyli and their names were: Emmanuel, George, Apostle, Kyriakos, Demetrios, Eleni, Nikolaos, Konstantinos, Marigo and Michalis.

Apostle Mavrogenis was born in 1798 and died in Athens in 1904 at the age of 106 years. He was residing at 10 Arachovis str. in Athens. He studied medicine and became a doctor, serving as army doctor under Theodore Kolokotronis.
He spoke French, Italian, Turkish and Arabic, a rare thing for that time. He was a great personality of that era and as a result of that he was a frequent visitor to the Palace, invited by King Otto.
King Otto and crown prince George awarded him many medals and decorations.
His first wife was Anastasia Blezaki, with whom he had two sons, Nestoras and Alkibiades and his second marriage was with Konstantina Gezelaki.
Doctor Apostle Mavrogenis is mentioned by Blancard as well as by the writer of the History of Crete, Psilakis, (he met him in person, PSILAKIS C p.39).

Stamatis son of Ioannis Mavrogenis (1786- ), had five (5) sons: Ioannis, Emmanuel (1808-1884) head of the 1858 Revolution, Antonis,
Demetrios and Stylianos, who all moved down to villages in a plain, such as Syrili, Stalos, Galatas, Zymbragou and some other villages, while the villages were still under the Turkish occupation.

Emmanuel, son of Ioannis Mavrogenis (1788-1829) had a son named Ioannis (-1829): Stylianos, son of Ioannis Mavrogenis (1791-1829) had three sons, Ioannis in Chania, Chariton in Fourne and Stamatis who remained in Lakkoi.
Stamatis had four sons and a daughter, namely: George, Emmanuel,
Vassilis (1872-1943), Stylianos and Antonoussa.
Vassilis was my grandfather.

The abovementioned Mavrogenis’ who are reported dead in 1829, were killed April 29-1829 in a battle against the Turks, which took place in the area of Livadia (Λιβάδια).

The family-tree of the Cretan Mavrogenis branch is as follows:

Emmanuel Mavrogenis son of Demetrios:
The youngest of the brothers, who, after leaving Vamvakou/Lakonia and Paros Island, went to Crete and settled there; he had three sons (Blancard, B p. 706), namely:

a- Ioannis b- Antonis c- Stamatis

The Mavrogenis family, also known as Bibianoi, as most people in Lakkoi had nicknames, having a lot of children and thus there existed the problem of synonymity, they used nicknames usually made from their first names or their fathers’ first names as it is mentioned further bellow (Manoilis, Kokkinos,Giorgiakos,Paraskianoi, Ksirades, Maniades e.t.c.).
So, remaining with their real name of Mavrogenis were finally the descendants of Ioannis Mavrogenis.
For a while though, even our family branch was nicknamed Stylianoudianoi, but it didn’t prevail.
Descendants of Ioannis, who kept their ancestor’s last name Mavrogenis, are the grandsons of Emmanuel from Vamvakou:

a- Stamatis b- Emmanuel c- Stylianos

DESCENDANTS OF STAMATIS MAVROGENIS son of IOANNIS

A1- Maria (Antonis, Demetris, George and Eleni).
A2- Ioannis (Argyri, Theocharis, Emmanuel, Maria, Aikaterini, Michail, Antonis and Chryssi).
A3- Antonis (Stamatis, Nicholaos, Ioannis, George, Styliani, Anna and Charikleia).
A4- Emmanuel, Head of the Revolution of 1858 (Nicholaos, Pantelis, George, Ioannis, Demetrios, Michail, Antonios, Anneta, Zoe, Maria, Aikaterini, Alexandros and Olga).
A5- Demetrios (Thomas, Ioannis, Charalambos).
A6- Stylianos (Ioannis, Emmanuel, Alexandros and Maria).
A7- George (Styliani-She took active part with a team of armed women in the
uprising of 1866-1869).

DESCENDANTS OF EMMANUEL MAVROGENIS son of IOANNIS

B1- Michail (Ioannis, Emmanuel, Stamatis, Charikleia, George, Nicholaos and Antonios).
B2- Ioannis
B3- Sophia (Emmanuel, Christodoulos, George and Maria).

DESCENDANTS OF STYLIANOS MAVROGENIS son of IOANNIS
(Also known as STYLIANOUDIANOI)

C1- Ioannis (Stylianos, Maria, Argyri, Aikaterini, Calliope, Eleni and Despina).
C2- Chariton (Ioannis, Pavlos, Antonios and Maria).
C3- Stamatios (George, Emmanuel, Vassilis, Stylianos and Antonoussa).
C4- Kyriaki

DESCENDANTS OF STAMATIS MAVROGENIS son of STYLIANOS

C.3.1- George, Emmanuel (Gen.Manager of O.T.E.), Kleanthi Manolaraki,
Argyro, Triantafyllia Drakoulaki, Anastassia Tsiakou and Despinia).
C.3.2- Emmanuel (Vassilis, Stamatis).
C.3.3- Vassilis (Eleni Skoula, George, Emmanuel, Erasmia Volani, Stamatis).
C.3.4- Stylianos (Emmanuel, Nicholaos, Frossini Kazalaki, Eleftheria Psilaki, Anastassia Bilalaki).
C.3.5- Antonoussa Psilaki

DESCENDANTS OF VASSILIS MAVROGENIS son of STAMATIS
(My grandfather was great great-grandson of Emmanuel Mavrogenis from the village of Vamvakou, while Mando Mavrogenous was great-granddaughter of Petros Mavrogenis, Emmanuel’s brother, which makes her third cousin to my great-grandfather).


Dates of births and deaths of the Mavrogenis’, of those of the direct line of my ancestors and descendants, are the following:

Demetrios Mavrogenis ( ; ) - 1725
Emanuel (1725) -( ; )
Ioannis (Bibos) (Tzannis) (1750) - 1860
Stylianos 1791 - 1829
Stamatis (Stylianoudianoi) 1829 - 1916
Vassilis 1872 - 1943
Georgios 1906 - 1994
Vassilis 1933
Georgios 1966

(The dates in brackets are by estimation).




LAKKOI AND LAKKIOTES


Heavy is the burden we have to bear, on account of the struggles and the sacrifices of our forefathers and we are obliged to be worthy of them.

At the end of the Cretan revolution of the years 1866-1868, among the remaining heads of the revolution of the “thousand days” (Good-forsaken Crete, Pant. Prevelakis, p. 316), Chatzimichalis Giannaris, two of the Mavrogenis, two of the Mandakas, Konstantis Kriaris, Skoulas and Nikoloudis had remained fighting in the Samaria Gorge, just off Xyloskalo, where they were hounded, along with some of their men, by the Turks.
It was a heavy winter and they were short on food; their relatives were threatened by the Turks.
Chatzimichalis Giannaris, the two Mavrogenis, the two Mandakas, Skoulas, the Malindretis’ and Nikoloudis, all of them warlords from Lakkoi, heroic figures, were forced to submit to the Turks, after three years of resistance against them.( The Pasha had granted amnesty through the intervention of the Great Powers). So, they surrendered, at a place called Boubardokefala, close to the village of Lakkoi.
The Turks took them bounded in irons through the villages and put them to jail in Chania.
Passing through the streets of Chania, they were hooted and litter was thrown at them, both by Turks and Jews, (cut them up so that we can take a piece of them, were hollering the unveiled Turkish women).
Captain Kriaris (1797-1884), did not surrender with the others; instead he passed over Xyloskalo in Lynosseli, through a lot of snow, with some of his men and went to Selino (he was a native of Azogyre, a village of the region of Selinos).
After a while, in his attempt to leave for Athens, he was injured in a battle against the Turks.
The Turks had tracked him down, through betrayal.
His son George tried to help him but he denied his help and urged him instead to leave and save himself.
After a while, although he was injured, he managed to escape, too.
He went to a friend of his, who gave him shelter and hid him in the stable.
Later, he surrendered himself to the Turks, not wanting to jeopardize the life of the man who had given him shelter.
They took him first to the hospital and then to jail in Chania.
Selim agha, in whom he had surrendered to, asked him “Why, poor Konstanti, didn’t you kowtow to the Pasha, too? You wanted to fight against him?”
“It was my destiny, Selim agha. I was fighting for my country”, replied Kriaris.
Later on they were all set free, under the pressure of the Great Powers.

It is written that Kriaris was a fierce warrior and that he never yielded.
During a battle the Turks killed his brother and when they were throwing his pieces to him, screaming at him “Here Kriaris, take a piece of meat to eat”, he was replying “hey dogs, there are lads who will revenge him!!”

George, Konstantis’ son, was grandfather to my grandmother Artemisia, on my mother’s side.
Kriaris’ are descendant of Skordilis’; they were young noblemen sent by Byzantium to confront the Saracens.
Konstantis, after he was set free by the Turks went to Athens, where he spent the rest of his years as a general on active service.
Today, in a central square in the city of Chania, there is a statue of Kriaris, who died in 1884 and did not get to see the Liberation of Crete, for which he fought for 60 years.
There is a song, which among other things says the following:

Whoever goes down to Hades should not forget
To go find the Commanders Kriaris and Korkidis
………………………………………………………....
To tell them both the news they wanted to know
That we were set free from tyranny
…………………………………………………………
And no Turk rules any more!!

Ioannis Kriaris was the nephew of Konstantis, and he served as Minister of Justice as well as Minister of the Interior, in Athens.
Of the abovementioned revolutionaries, one of them was Emmanuel Mavrogenis, head of the Revolution of 1858, while the other one, Stamatis, was my great-grandfather on my father’s side.

Emmanuel Mavrogenis (1808-1884) was one of the most important members of the Mavrogenis’ Cretan branch and he was the head of the revolution of 1858.
The revolution of 1858 started, when Emmanuel Mavrogenis, who was living in Syrili, learned that Turkish Tax Collectors had gone to the village of Lakkoi and charged taxes on straw. He picked a team of a few men bearing arms and they went up to the village of Lakkoi, where he threw the tax-collectors out, after taking the money they had already collected and giving it back to the people who had paid it.
Afterwards, there was a gathering of 6000 armed men, in the area of Boutsounaria-Chania, who threatened the Turks and demanded the ousting of Velli Pasha and the right to keep arms in their homes.
It seems that it is since then, that the mountaineer Cretans have gotten used to keeping all sorts of arms in their homes!!
Under the pressure of those events, the Sublime Port replaced Velli Pasha of Chania with Sami Pasha who, along with the firman that he brought from the Sultan Hati Houmayioun, gave to Cretans certain privileges, which were very soon abolished.
During the Revolution of 1858, Mavrogenis had his own seal. He also had his own flag on which was written: FREEDOM OR DEATH, EMMANUEL MAVROGENIS.
He had also another flag with the inscription: EMMANUEL MAVROGENIS, FREEDOM OR DEATH and that was his flag during the uprising of 1866. There is a photo of this flag in BLANCARD’S book. Later, he had another flag with the inscription UNION OR DEATH and he is shown in the photo riding a horse, along with two of his men.

One of the two Mandakas was Marcos, my grand mother Katina’s father, the other one, his brother Anagnostis (Charalambos), was the head of many uprisings.
Anagnostis Mandakas had the privilege, at an old age, to hoist the Greek Flag for the Union with Greece, December 1st 1913 at the entrance of the harbour of Chania, in the presence of Prince George, High Commissioner of Crete.
It is said that when they told Prince George to hoist the flag, he gave the cord, as a matter of courtesy, to both Chatzimichalis and Mandakas.
There exists a marble tile in the old castle of Firka at the entrance of the harbour of Chania (Giannis Tsivis p. 288).
Brother to grand-ma Katina (son of Marcos Mandakas), was general Manolis Mandakas, who, in July 29, 1938 was the head of an unsuccessful revolt in Chania, against Metaxa’s Dictatorship and he had gone underground from 1938 till 1950 (Giannis Tsivis, Chania 1252-1940 p. 310) and (Vardis Vardinogiannis “The resistance in Selino p. 14).
The Mandakas family were royalists, because the Royal family, had made it possible for Manolis Mandakas, through a national scholarship, to study abroad, in France, in the War Academy and Marcos Mandakas, studied to be a lawyer (son of Anagnostis), who later on became a Leftist.
Manolis, a retired general, was arrested after the unsuccessful coup in Chania but was set free by 15 armed men from Lakkoi, with my father’s brother Stamatis, 21 at the time, among them.
Stamatis recounted to me that when they went to the Division and learned that Mandakas had been arrested and was held at the Headquarters building, he arrested a superior officer, took his revolver and pointing it at his head took him, along with the other armed men to the Headquarters, where they were holding Mandakas and demanded his liberation. That’s how they liberated Mandakas and as Stamatis told me, he shot and destroyed Metaxas’ photograph inside the Headquarters, at the presence of Metaxas’ men, shouting hurray for Democracy.
Here, I must point out that Mandakas had resigned his Army commission the moment Metaxas’ dictatorship was forced upon the nation in 1936.
Afterwards, Mandakas went into hiding in Varypetro, in Lakkoi, in Omalos and Sfakia.
Right after the coup d’ etat, a really funny thing happened.
Metaxas sent to Lakkoi an army company with their captain from Mani, with the order to arrest Mandakas, who, it should be noted that he had been condemned to death. The company arrived and camped outside Lakkoi during the night. They placed double sentries when suddenly they heard a strange noise coming from somewhere near the camp. They started shooting and things became quiet. It was only in the morning they discovered that they had shot and killed a…donkey!!!
The captain, making the right decision, went to Lakkoi alone and asked to see Mandakas.
“His home is over there; go find him!!” told him the people at the coffee-house. So, he went and knocked at Mandakas door. Outside the house there had gathered about 30 Lakkiotes, some of the youngsters holding their guns over their shoulders, while the elders were leaning on them, smiling and waiting to see what will happen.
Mandakas came out of the house and the captain, after saluting him, asked him respectfully to follow him, because he had orders to take him back to Chania. Mandakas replied: “Look here, I have no objection, but if I leave with you, all these people you see here, will throw stones at you and I can’t vouch for your safety!! Because I am a military man myself and I understand you, I propose instead, to ask these people to barbecue 3-4 lambs and you and your men can stay here for two-three days to rest and have a good time, while I leave for Omalos. Then, you’ll return to Chania and you’ll tell them you could not find me because I had gone to Omalos”. That’s exactly what they did; they had their fun and returned to Chania empty-handed!!
In 1943 Mandakas left Crete and went to Athens and as an active member of the G.C.P. (K.K.E.), took part in the liberation movement during the first period of the civil war.
General Mandakas was a member of the Government of the Mountain, during the German occupation and head of the ELAS of Athens during the revolt of 1944 (December).
During the second period of the civil war (1946-1948), because he disagreed, he did not take to the mountain. For this he was arrested and was exiled to Makronissos. Later on he was twice elected MP with the Left Party (EΔA).
His wife’s Marika’s brother was Vangelis Ktistakis (an important member of the KKE as well), who was executed by the Germans in Chania, in 1943.
Most of our family members went through hell, due to their relation with general Mandakas. My father was unfavourably transferred to Syros in October 1940, my grandparents were exiled to Naxos and Anafi in 1939, even Stamatis was exiled to St. Efstratios in 1946-1948.
Stamatis had previously fought as sailor during the Greek-Italian war, during which his ship sank.
During the Resistance (1942-1944) he fought at the battle of Panagaea of Chania, during which his friend, fellow-villager and of the same age, Charalambos Koutroulis, was killed right next to him.

As you may have noticed, our ancestor’s last names don’t terminate in “akis”. The ending “akis” was added to the last names of those Cretans who were living in the plains and they were enslaved by the Turks, which did not happen with the highlander Cretans.

The Mavrogenis, as I have already mentioned, left Peloponnese in 1715 (Vamvakou-Laconia) and went to the Cycladic Islands; a member of their family, Emmanuel, went to Crete (Chania-Vamvakopoulo) and right after the Daskalogiannis uprising in 1770, he moved up to the village of Lakkoi.

During the Turkish Domination, the village of Lakkoi was never enslaved by the Turks, while the Lakkiotes were the terror of the Turks.
Many a time the Turks burned the village. In 1822 and in 1866 respectively, just before the Turks set foot in the village, the Lakkiotes themselves set the village on fire and burned it down and then left it and went to Omalos.

Most of the revolutions and uprisings in Crete were starting in Lakkoi.
The great revolution of 1866-1868 lasted three whole years.
During the revolution there was a Turkish invasion to Lakkoi four times (17.9.1866, 29.11.1866, 27.1.1868 and the Turkish occupation of Omalos for the first time in 31.5.1868).
The Turks succeeded only once in the entire history to reach Omalos for a while, in 1868 during the three year unsuccessful revolution.

In 1866 there was a corps of armed women from Lakkoi, with their own flag, with Maria Mavrogeni among them, daughter of Stylianos, (first cousin to my grand-father).

During the Revolution of 1821 and specifically at 22.4.1829, in a battle at Leivadia of Chania, three Mavrogenis were killed, with my great great- grandfather Stylianos among them, (38 years old at the time).
That same year his son Stamatis was born, my great grandfather on my father’s side!

The Lakkiotes continued to participate in all the struggles and wars, after the liberation from the Turkish yoke and the Unification of Crete with Greece; they also participated voluntarily in the Macedonian struggle (my grandfather Vassilis participated in it, too).
They also fought during the battle of Crete against the German paratroopers in 1941 and afterwards with the guerrilla forces against the Germans, suffering a great number of casualties, proud of their struggles as well as of those of their ancestors.
From records included in Achilles Skoulas’ book titled “Lakkoi and Lakkiotes”, a great piece of land including the area of Lakkoi, was allotted in 1091 to Leon Moussouros, one of the twelve young noblemen from Byzantium, who had been sent to Crete by the emperor of Constantinople Alexios, to maintain law and order.
Families with the last name Moussouros existed even in 1570 (Zambelios Cretan Weddings), (Trivan Chronicles). It is named after them the famous road, which it is mentioned in the well known revolutionary song; “when is it going to be clear skies…to go down to Omalos and walk the Moussouros’ road”.
Lakkoi, with no motor road in 1920, are located 24 km away from Chania. A part of the route, about 15 km, is in the plains until the village of Fournes, while the last 9 km are half mountainous. Right after the village of Fournes, there is the dried-up stream Keritis, then follows the rooting, the Mandakas’ graveyard, the Kaprokefala, the Skordalou village, the Pramantinos’ water, the Kalogeros’ clearing, from where one can see the village of Lakkoi, down low the village of Meskla and right across Zourva.
The heroic village of Lakkoi is 520 metres above sea level. It is from this village that most Cretan revolutions and uprisings had started, even at the time of the Venetian domination.
Most of the revolutionary chieftains were from Lakkoi, such as Chatzimichalis Giannaros, Charalambos (Anagnostis) Mandakas and Emmanuel Mavrogenis, head of the revolution of 1858. Five years prior to the revolution of 1866, Chatzimichalis was imprisoned in Chania. Ishmael pasha had captured him by an act of perfidy. Chatzimichalis was so much loved by the people of the district of Kydonia, that when he was captured, everybody was dressed in black! He finally managed to cut the chains from around his feet, to open a hole on the prison wall and jump in the moat surrendering the prison. (This is mentioned in detail by Giannis Tsivis, in his book “Chania 1252-1940 p. 198). Acting in concert with one another, seventeen Lakkiotes were waiting for him on the outside and took him to Omalos with them.
In memory of this escape, the Lakkiotes built in Omalos the church of St. Panteleimon.
The fact of how great was the offer and the participation of the Lakkiotes to the struggles against the Turks, can be heard in Crete’s National Anthem, where there are mentioned equally the Lakkiotes, the inhabitants of a village, as well as the people of Selino and Sfakia, who are inhabitants of great neighbouring regions.
There are poems showing how brave and strong were the people of these areas.
It seems that the inhabitants of Lakkoi in 1583 were 60 men and 64 women, 14-16 years old. As Koumaris mentions, in 16-4-1898 the inhabitants of Lakkoi were 1307. During the annual count of Lakkoi in 1921, which included only the male inhabitants, there were 580 registered Lakkiotes in the community of Lakkoi, over the age of 8 years, (41 Volanis, 32 Mandakas, 21 Skoulas and 17 Mavrogenis).
If we keep in mind that there are those who have changed their last names, according to the recordings in Achilles Skoulas’ book, then, from the abovementioned 580 registered ones, there are 186 Mavrogenis or Mavrogenis’ descent, 151 Thodorianoi or their descendant, 128 Skoulas or their descendant and 86 Mandakas or their descendant. The rest of them are mostly 27 Koutroulis, of possibly Cypriot descent.
Today Lakkoi (with a few permanent inhabitants) as well as the villages all around, are part of the Moussouros municipality and have as head the village of Alikianou.
The Turks had granted the historic plateau of Omalos to the Lakkiotes, which is located 14, 5 km from Lakkoi and 38, 5 km from Chania.
Its 12-15 square km in extent has three entrances. One of them on the side of Lakkoi (poros= passage), where there is the Lakkiotes settlement; the second one on the side of Sfakia, where Xyloskalo is as well as the famous Samaria gorge. It is there the rotted mountain Gigilos with 2.117 alt., the summit-passage Linosseli at a very high altitude, with snow throughout the year and very cold spring water. There is also the place “Kallergis”, at a very high altitude (1680 m.), from where one can see Pahnes, the highest peak of the White Mountains at an altitude of 2.452 m.
On the other side there is the third entrance to the Selinos province and the village of St. Irene.
In the old days the distance from Lakkoi to Omalos was covered only by using animals or on foot and it was taking 2, 5 to 3 hours.
Along this route there are places well known by certain events. Such places are “the hill of Savoures” right outside the village where the Turks had built a castle in 1868 and a little further down the village Karanou; “the rocks of Kavalares”, two huge black rocks, one upon the other and my father used to say that they are meteorites, “Zoumis”, a plateau from where the village of Lakkoi can be seen, “Fokia”, a small plateau where many battles have taken place (Venetians, Turks, Germans 1941-1945, the Civil War 1944-1948), “Lapogyrisma”, “Katsoprinos’ steps”, “Neratzopora”, where there is “Vergeris’ pothole” and finally the entrance (poros) to Omalos with the Tzannis cave, a grand cave while somewhere in its depth you can hear a river running!
As regards Vergeris, it is said that he was an ungodly Venetian who had been Islamized and lived in St. Irene of Selinos (Turks never set foot in Lakkoi); he had ordered, as the custom was, the Cretan women to dance, so that he and his friends the janissaries would amuse themselves.
During those dances they used to throw peas on the floor so that the women would slip and fall down and they could see their legs and buttocks and laugh at them.
Vergeris told Giorgiakas from St. Irene to send his young and beautiful wife, (they were newly-weds), but Giorgiakas did not reply; then, as it was customary, Vergeris sent him a bullet, signifying that if he would not obey, he would kill him.
Giorgiakas sent back two bullets, took to the mountains and became a rebel (hainis). Sometime later, Giorgiakas ambushed Vergeris at Neratzopora and killed him.
In reprisal, the Turks suspecting that Lakkiotes shepherds had killed Vergeris (it had happened within their area), they arrested 17 Lakkiotes and hung them, forcing their families to pay huge fines as indemnity to Vergeris’ relatives.
There is a folk song which says, that although those arrested knew who had killed Vergeris, they did not betray him and preferred to die (would rather die, such eagles and golden eagles should not be betrayed!!).
Giorgiakas turned himself in, so that none other would be killed, and confessed the reasons that made him kill Vergeris.
The Pasha of Chania wanted to set him free, but the janissary Turks who were powerful at that time, abducted him from prison and lynched him in the streets of Chania.
It was then that the Turks granted to Lakkiotes the plateau of Omalos, in reprisal to the families of the unjustly executed Lakkiotes and out of fear for another revolution, as well as the entire mountainous region between Lakkoi and Omalos (Madares).
The inhabitants of Karanou (a village situated close to the road between Lakkoi and Omalos), were obliged to pay tax to the community of Lakkoi, for their sheep to graze at the Lakkiotikes Madares.
As a matter of fact, my great grand-mother who was from Karanou, was telling us that she was naming general Mandakas (my grand-mother’s brother) “Moussouro” mockingly, that is something like a conqueror and oppressor.
The fact that she could not graze her goat right outside her village without having to pay tax to the Lakkiotes was bothering my great grand-mother a lot, who was wife to the priest George Kavroulis (her maiden name was Providaki) from Karanou.












































Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ ΙΣΑΒΕΛΛΑ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟ





ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2005


Η αδελφή μου η Ισαβέλλα.

Η Ισαβέλλα είναι η μικρότερη από τα αδέλφια μου, 11 χρόνια ποιο μικρή από εμένα και είναι αρχιτέκτων, πολύ δυνατός άνθρωπος με πολλά ενδιαφέροντα.
Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο στις 12 του Γενάρη το 1944. Οι




Γερμανοί είχαν κυνηγήσει τον πατέρα μας και αυτός κρυβόταν στο σπίτι μας. Όταν γεννήθηκε η Ισαβέλλα, ο πατέρας μας, παρουσιάστηκε στο μαιευτήρα γνωστό του γιατρό και βοήθησε στο ξεγέννημα της Ισαβέλλας που έγινε στο σπίτι μας. Την Ισαβέλλα την τάιζε και την άλλαζε ο πατέρας μας και έτσι είχαν ένα ιδιαίτερο δεσμό. Ηταν σαν να είχε δυο μητέρες.
Λίγο αργότερα πήγαμε στα Χανιά και εκεί μεγάλωσε. Την άφησα στα Χανιά επτά χρόνων για να πάω στο Πολυτεχνείο στην Αθήνα και έτσι «την μπερδεύω» πολλές φορές και την φωνάζω




με το όνομα της κόρης μου της Στέλλας. Στη συνέχεια ήρθε με τη μητέρα μας και τον αδελφό μας τον Τάσο στην Αθήνα. Όταν τέλειωσε το Λύκειο πήγε με τον Τάσο στην αρχιτεκτονική του Γκρατς της Αυστρίας και στην τέταρτη τάξη ήρθε στη Θεσσαλονίκη από όπου και πήρε το δίπλωμά της. Ένα διάστημα δούλευε στη Γερμανία υπό πολύ δύσκολες συνθήκες, τόσο που δεν ήξερε τι ήταν κάτω από το παράθυρο του γραφείου της, γιατί δεν είχαν καιρό, ούτε την άδεια, να κοιτάξουν προς τα έξω. Μια φορά το χρόνο που είχε λιακάδα …τους έδωσαν άδεια, μια ώρα, να πάνε στο πάρκο!!
Δεν την άντεχε τη Γερμανία. Γύρισε στην Ελλάδα και προσελήφθη στον ΟΤΕ. Ηταν αγαπητή σε όλους συναδέλφους και προϊστάμενους και όταν πήρε σύνταξη ασχολήθηκε με τα ενδιαφέροντά της.
Ο άνδρας της, ο Κλάους, γερμανικής καταγωγής, αξιόλογος άνθρωπος, πολιτικός μηχανικός με έντονη ζωή στον Καναδά όπου δούλευε εγκατέλειψε τα πάντα στα 45 χρόνια του μετά από έμφραγμα που έπαθε. Γύρισε στη Γερμανία όπου του συνέστησαν οι γιατροί να ζήσει σε θερμό κλίμα. Ηρθε στη Θεσσαλονίκη και μετά στο Αγιο Ορος όπου γνώρισε τον γέροντα Παίσιο που είχε ενοράσεις. Περίμενε στη σειρά 15ος να τον δει όταν ο Παίσιος βγήκε έξω τον έδειξε και είπε Κλάους έλα μέσα. Εμεινε μαζί του πάνω από ένα χρόνο. Εγινε ορθόδοξος ο Παίσιος τον βάπτισε Νικόλα.. Όταν ο Παίσιος έφυγε από το Αγιο Ορος ο Κλάους, Νικόλας πλέον, πήγε στην Πάρο όπου δούλευε σαν γκαρσόνι. Εκεί γνώρισε την Ισαβέλλα και παντρεύτηκαν στη Χιλιαδού της Εύβοιας. Μετά τη συνταξιοδότησή της, η Ισαβέλλα, έζησε στο κτήμα του άνδρα της, στη δυτική Γερμανία σε ένα παλιό μεθοριακό σιδηροδρομικό σταθμό στο Mατίερτσόλ (Μattierzoll) πενήντα χιλιόμετρα από το Μπράουνσβάικ (Braunschweig), υπό συνθήκες πολύ δύσκολες. Ζούσαν χωρίς θέρμανση, χωρίς τουαλέτα και με νερό από πηγάδι, από ιδιορρυθμία του άνδρα της που ήθελε να ζει μακριά από τον πολιτισμό, σαν αγρότης σε περασμένο αιώνα. Βέβαια αυτό δεν είναι εύκολο να το αντέξει κανείς και πάλι καλά, η Ισαβέλλα, το δέχτηκε δώδεκα τόσα χρόνια.
Έχει κάνει τα πιο απίθανα ταξίδια, Ινδία, Νεπάλ, Κασμίρ, Ταϊλάνδη, Ιαπωνία, τριάντα μέρες στην Κίνα και άλλα. Πήρε πτυχίο ιστιοπλοΐας σκαφών ανοικτής θάλασσας. Το Νοέμβριο του 2002 είχε δώσει εξετάσεις για την Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα.





Η φωτογραφία είναι από αγώνα δρόμου ένδεκα χιλιομέτρων, ορεινής διαδρομής, στη Γερμανία, την 12.1.1992 που τα έκανε σε χρόνο 1 ώρα 10 λεπτά
Γράφει πίσω από τη φωτογραφία: «Είμαι χαρούμενη που τα κατάφερα. Οι άνθρωποι με χειροκροτούσαν και εγώ ευχαριστημένη προσπαθούσα να χαμογελάσω με τις γροθιές σφιγμένες και τα δάκτυλα προς τα πάνω σε ένδειξη νίκης.»

Τέσσερα χρόνια τώρα ζει στην Πάρο, στην Παροικιά, στο μικρό κουκλίστικο σπιτάκι της που το έφτιαξε μόνη της και ασχολείται με θέατρο και άλλα ενδιαφέροντα. Εχει παίξει Λυσσιστράτη, Μήδεια, Φαύστα, του Μποστ σαν μέλος του πολιτιστικού συλλόγου Πάρου «Αρχίλοχος». Πιστεύω ότι είναι τα καλύτερά της χρόνια και θα ήταν ακόμη καλύτερα αν δεν είχε τα προβλήματα με την υγεία της που θα τα ξεπεράσει γρήγορα γιατί είναι πολύ δυνατός άνθρωπος. Τόσο δυνατός που μας έχει εκπλήξει όλους.


Στο Σκάλωμα το Πάσχα του 1987.
Ο άνδρας της ο Κλάους, η Ισαβέλλα, ο Τάσος και η Στέλλα.





Ασχολείται ακόμη με ποίηση και ζωγραφική. Εχει ζωγραφίσει αρκετά ενδιαφέροντα έργα. Πρόσφατα μάλιστα έκανε και έκθεση στην Πάρο που όμως δεν μπόρεσε να παραβρεθεί εξ αιτίας της χημειοθεραπείας. Να σκεφθεί κανείς ότι κατάφερε να παίξει θέατρό –Φαύστα- ένα βράδυ στην Πάρο, όταν το πρωί είχε κάνει χημειοθεραπεία στο Ιατρικό Κέντρο στην Αθήνα. Εφυγε αεροπορικώς. Στο δρόμο για το αεροδρόμιο είχε μαζί της πλαστική σακούλα μην τυχόν κάνει εμετό.
Οταν τη ρώτησα αν της έρθει εμετός στη σκηνή τι θα κάνει, μου απάντησε ότι θα το κάνει μέρος του έργου και θα πει στο παιδί της : «βλέπεις τι παθαίνω που με στεναχωρείς!!» Μου είπε δεν μπορώ να λείψω δεν θα γίνει η παράσταση και θα στεναχωρηθούν οι φίλοι μου! Και τώρα πάλι στο Ιατρικό Κέντρο στην Αθήνα, μακριά από την Πάρο και τους φίλους της, που τόσο αγαπά, παραμονές Χριστουγέννων 2003, διαβάζει το ρόλο της για το θέατρο, από το «σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα», που της έστειλαν οι φίλοι της, από την Πάρο, με φαξ και που την περιμένουν να παίξουν μαζί

Επίσης γράφει ποιήματα. Τώρα μέσα στο νοσοκομείο έγραψε μερικά. Είναι αισιόδοξη ότι θα τα καταφέρει να νικήσει και αυτή τη φορά όπως τόσες άλλες δυο χρόνια τώρα.

Μέχρι εδώ το κείμενο το έγραψα και το διάβασε, γιατί μου ζήτησε να γράψω και για τα αδέλφια μου, όταν διάβασε, στο νοσοκομείο, τα απομνημονεύματα του πατέρα μας, που τα είχα δακτυλογραφήσει και της είπα ότι έχω γράψει και εγώ για τη ζωή μου και τα έχω όλα σε site στο internet
( www.mavrogeni.gr).
Τα παρακάτω τα συμπλήρωσα μετά..





Της ζήτησα να διαβάσω τα ποιήματα που έγραψε, αλλά δεν με άφησε γιατί ήθελε να τα επεξεργαστεί πρώτα, μάλιστα τα έκρυψε στο τέλος ενός μπλοκ. Περπατά στους διαδρόμους του νοσοκομείου, ρωτώντας τους συγγενείς πως πάνε οι δικοί τους, κρατώντας τον ορό και δυο σακούλες με σωληνάκια ΄΄και δεν τρέχει τίποτα΄΄. Ολοι τη γνωρίζουν. Πριν λίγες μέρες πέθαινε μια κυρία στο ίδιο δωμάτιο με αυτήν. Είχε δημιουργήσει μια ιδιαίτερη φιλική σχέση με τα παιδιά της. Της πρότειναν να αλλάξει δωμάτιο για να μη βρίσκεται στο ίδιο την ώρα του θανάτου, δεν δέχτηκε γιατί ήθελε να συμπαραστέκεται στα παιδιά της. Ο Δημήτρης ο εγγονός μου πήγε και την είδε και του χάρισε ένα φακό. Την άλλη μέρα έστειλε ένα φακό και στον άλλο εγγονό μου το Βασίλη ο οποίος, επτά χρόνων, της έγραψε και γράμμα.
«Ισαβέλλα περαστικά σε αγαπάμε πολύ. Δημήτρης και Βασίλης»
Τις τελευταίες μέρες πονά πολύ είναι πρησμένη η κοιλιά της και την πιέζει δεν μπορεί να ξαπλώσει, έχει σαράντα μέρες να φάει, τρέφεται με σωληνάκι, έχει καθετήρα για τα ούρα και σωληνάκι από τη μύτη για να φεύγουν τα υγρά του στομάχου γιατί αλλιώς της φέρνουν οδυνηρούς εμετούς, παρ όλα αυτά δεν χάνει το κουράγιο της ούτε στιγμή.
Τώρα και τρεις μέρες, για να μην πονά, της δίνουν ισχυρά αναλγητικά με συνέπεια να μην πονά αλλά και να μην μπορεί πια να περπατήσει στους διαδρόμους του νοσοκομείου όπως έκανε μέχρι τώρα.
Εκλεισε ένα μήνα στο ιατρικό κέντρο με τη συνεχή παρουσία κάποιου από εμάς, της Ζωής, της Γκύτε, τη δική μου και του άντρα




της, του Κλάους, που ήρθε αναπάντεχα από τη Γερμανία. Ο ερχομός του άντρα της τη συγκίνησε πολύ, είχε να τον δει τέσσερα χρόνια.



Ερχονται τα ανίψια της και τη βλέπουν συχνά, που τα υπέρ αγαπά, η Στέλλα και ο Γιώργης, ο Μάρτιν και η Ηρώ.
Μου έλεγε πόσο πολύ αγαπά το Γιώργη που την είχε στην αγκαλιά του και την προκαλούσε να του διηγείται επί δυο ώρες τις εντυπώσεις της από το ταξίδι στο Κασμίρ και το Νεπάλ. Πόσο χαρούμενη, μου έλεγε, την έκανε που της θύμισε ευτυχισμένες μέρες. Μου έλεγε ότι δεν το πίστευε ότι την αγαπάνε τόσο πολύ όλοι.
Οταν την βλέπω μου λέει, θα τα καταφέρω μη στεναχωριέσαι και εμείς παίζομε θέατρο και της λέμε ότι πάει καλύτερα και τη πρωτοχρονιά θα την περάσουμε μαζί στη Δροσιά.
Με τα ισχυρά αναλγητικά έχουν αρχίσει να πέφτουν οι αντιδράσεις του οργανισμού και να μην έχει δυνάμεις, αλλά δεν το βάζει κάτω. Πιστεύει ότι θα νικήσει.
Στις 20 του Δεκέμβρη σε μερική καταστολή από τα φάρμακα για να μην πονά, αλλά σε πλήρη διαύγεια, θα έρχονταν τα ανίψια της από τη Γερμανία, ο Μάρτιν και η Ηρώ.








« Πως θα με δουν έτσι, θα στεναχωρηθούν τα γλυκά μου». Μου ζήτησε τη χτένα να χτενιστεί και το ρουζ να βάλει λίγο στα χείλη της.

Εφυγε από κοντά μας στις 23 του Δεκέμβρη, το βράδυ, με αξιοπρέπεια χωρίς να λυγίσει, δίνοντας θάρρος, μέχρι την τελευταία στιγμή, σε μας αντί να της δίνομε εμείς.
Ηταν ένας αξιόλογος και δυνατός άνθρωπος με αγάπη για τη ζωή.
Οι συγγενείς και οι φίλοι της θα τη θυμόμαστε πάντα με αγάπη.

Δεν της πρέπουν κλάματα μόνο χειροκροτήματα, έπαιξε σωστά και με πάθος το ρόλο της στη ζωή.

Η Ισαβέλλα στη Δροσιά. Καλοκαίρι 2003, σε ένα διάλειμμα από τη χημειοθεραπεία.








Δυο μέρες πριν φύγει μαγνητοφώνησα συζήτηση που κάναμε και που διάβαζε με τη βοήθειά μου, το ρόλο της Μαρίας Χοσέφα από το «σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα». Το έκανε με πολύ κόπο αλλά και με πολύ πάθος.
Πόσο χαιρόταν όταν την έπαιρναν τηλέφωνο οι φίλοι της από την Πάρο και πόσο χάρηκε όταν ήρθε στο νοσοκομείο ο Γιώργος ο γιατρός και της έλεγε ανέκδοτα.
Την τελευταία μέρα πήρα για λίγο κρυφά τα ποιήματα που είχε γράψει και τα φωτοτύπησα σε ένα φαξ. Ευτυχώς γιατί στην αναμπουμπούλα του θανάτου πετάχτηκε το μπλοκ και παρόλο που ψάξαμε δεν μπόρεσε να βρεθεί.
Ηθελε πολύ να μαζέψει τα ανίψια της όλα μαζί και να τους κάνει τραπέζι. Δυστυχώς δεν τα κατάφερε γιατί λόγω σπουδών των παιδιών του Τάσου δεν ήταν εύκολο να βρεθούν όλοι μαζί. Η επιθυμία της έγινε στην κηδεία που λόγω εορτών βρέθηκαν όλοι στην Αθήνα.





Μετά μια βδομάδα ήρθαν όλοι στο σπίτι μου στη Δροσιά και είδαμε τη βιντεοκασέτα που παίζει τελευταία φορά τη Φαύστα. Είναι πολύ συγκινητική. Μετά πήγαμε και φάγαμε όλοι μαζί με μια οικογενειακή φίλη την Ανθια. Τη νιώθαμε να είναι δίπλα μας ευχαριστημένη που είμαστε όλοι μαζί. Στη φωτογραφία τα ανίψια της ο Γιώργης, ο Μάρτιν, η φίλη μας η Ανθια, η Ηρώ και η Στέλλα.


Βασίλης Μαυρογένης
Αθήνα 4/1/2004








ΥΓ. Ο αδελφός του πατέρα μου, ο Σταμάτης, 87 χρόνων, σήμερα, έγραψε το παρακάτω ριζίτικο στη μνήμη της Ισαβέλλας:

Χάρε και γιάντα δε γερνάς γιάντα δεν αποθαίνεις
γιάντα δεν γίνουνται κι εσέ χώμα τα κόκκαλα σου
για να μη βγαίνεις χάροντα εις τον απάνω κόσμο
να παίρνεις νιούς ελεύθερους και νέες παντρεμένες
να παίρνεις και μωρά παιδιά.

Στις 20 του Μάη το 2004 έφυγε και αυτός. Ηταν 87 χρόνων στη σημαδιακή ηλικία της οικογένειας. Στην ίδια ηλικία πέθαναν και τρία αδέλφια του, η μητέρα του και ο παππούς του!!





Θ άπρεπε να γράψω και γι αυτόν. Ηταν πραγματικά αξιόλογος άνθρωπος. Ηταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Τα άλλα δυο αγόρια είχαν μορφωθεί (Γεωπόνος, Αξιωματικός) αυτόν όμως, παρ όλο που ήταν ο εξυπνότερος, ο πατέρας του δεν τον άφησε να μορφωθεί, και τον κράτησε κοντά του μετά το δημοτικό να τον βοηθά. Αυτός βέβαια έλεγε ότι τέλειωσε το Πανεπιστήμιο!! Και πράγματι το είχε τελειώσει. Τρία χρόνια στη Γυάρο, την Ικαρία και τη Μακρόνησο με καθηγητές τον Κατράκη τον Θεοδωράκη και άλλους εξέχοντες αριστερούς διανοούμενους. Ηταν πάρα πολύ καλλιεργημένος με πολλές γνώσεις. Εκανε φοβερά γλέντια στο χωριό και ήταν στιχοπλόκος και ανεκδοτολόγος.
Κάποτε έμαθε ότι στην Αθήνα παντρευόταν ο γιος του φίλου και συγχωριανού του, Μπιλαλογιάννη.
Καθόταν στο καφενείο στο Σελί στους Λάκκους και λέει σε μερικούς της παρέας του. Μωρέ πάμε στην Αθήνα;
Ντυθήκανε, κατέβηκαν στα Χανιά και πήραν το αεροπλάνο για την Αθήνα. Στη διαδρομή το αεροπλάνο κουνούσε πολύ και ο φίλος του που καθόταν δίπλα του έτρεμε από το φόβο του. Του λέει ο Σταμάτης, ήντα χεις μωρέ; Και αυτός απαντά: Φοβάμαι μωρέ Σταμάτη μην πέσει το αεροπλάνο. Και ο Σταμάτης του ανταπαντά: Μωρέ κουζουλός είσαι; και τι σε νοιάζει εσένα, δικό σου είναι το αεροπλάνο;
Πήγανε στον Μπιλαλογιάννη στον Πειραιά, πέντε φίλοι και έκατσαν τρώγοντας και πίνοντας τρεις μέρες. Ο Μπιλαλογιάννης τους λέει τι σκέφτεστε παιδιά πότε λήγουν τα εισιτήρια που έχετε βγάλει. Και ο Σταμάτης του απαντά: Α μωρέ Γιάννη δεν έχομε βγάλει εισιτήρια επισροφής και ανε θες να φύγομε πρέπει να πας να μας βγάλεις εσύ με δικά σου λεφτά γιατί δεν έχομε και λεφτά!! Ετσι και έγινε τους έβγαλε τα εισιτήρια και γύρισαν πίσω μετά πέντε μέρες χωρίς να κοιμηθούνε καθόλου!!!



Η Ισαβέλλα στο Ιατρικό κέντρο διάβαζε συνέχεια και έγραφε ποιήματα. Της ζήτησα να τα διαβάσω αλλά δεν μου τα έδωσε γιατί ήθελε να τα επεξεργαστεί
Δυο μέρες πριν φύγει πήρα για λίγο κρυφά τα ποιήματα και τα φωτοτύπησα σε ένα φαξ. Ευτυχώς γιατί στην αναμπουμπούλα του θανάτου πετάχτηκε το μπλοκ και παρόλο που ψάξαμε δεν μπόρεσε να βρεθεί.
Τα ποιήματα δεν μπόρεσε να τα επεξεργαστεί, και έτσι όμως είναι ενδιαφέροντα:

Ιατρικό Κέντρο Αθήνα 3/12/2003

Σώματα γυμνά, κορμιά σκελετωμένα
τη θαλπωρή των νοσοκόμων περιμένουν
καρτερικότητα στον πόνο δείχνουν
για να στηρίξουνε αυτό το οικοδόμημα
που καταρρέει στο χρόνο
Αυτά τα εξαίσια σώματα που είναι ύλη και δεν είναι,
που πρόσκαιρο το διάβα μας σηματοδότησαν.
Μέσα τους κατοικούν οι ψυχές μας οι θείες
δοκιμασμένες με άπειρες θυσίες.
Τα σώματα αυτά που ακατάπαυστα πονάνε
κι όμως τόσο εξαίσια μας συντήρησαν
Γύρω μας πόνοι και ανέχεια
που δίνει στη ζωή μας μια συνέχεια!
Ως πότε πια θα καρτεράμε,
ισορροπία να φέρομε στο σύμπαν και στα σώματα
Έχομε μέσα μας τόσα πολλά βιώματα.
Ω θείο σώμα πενταγέννητο θνητό που η
αναπνοή σου καθορίζει την πορεία μας.
(Μα το καθένα μας κρύβει μια άλλη ιστορία
το έχει διαγράψει)

Ιατρικό Κέντρο Αθήνα 9/12/2003
Εξω λυσσομανά ο βοριάς
στης θαλπωρής μου το μικρό κρεβάτι
μπροστά μου τρέχει αφηνιασμένα
της σκέψης το άγριο Ατι
φουρτούνες φέρνοντας μαζί του
λυσσομανά στο άδειο το κορμί του
τρέχει φωνάζει για τα περασμένα
τα ξεχασμένα όνειρα και τα χαμένα
Αφανισμένα από των χρόνων την οδύνη
παρέσυρε και μένα σε μια δίνη
του ποταμού που λέγεται ζωή
που παρασύρει στο διάβα του ότι βρει.

Ιατρικό Κέντρο Αθήνα 10/12/2003
Ηρθε ο Klaus!
Ηρθες και μούφερες το φως της Γερμανίας
Τα κοκαλιάρικά μου χέρια ζέστανες
Η μυρωδιά σου παλιά μου γνωριμία
Τα μάτια σου διάφανα μες το σκοτάδι
τη θαλπωρή σου ένοιωσα σαν χάδι
ο πρώτος έρωτάς μου έχει περάσει
τώρα αγάπη φωλιάζει στην καρδιά μου
νιώθω το σώμα μου νάχει γεράσει





της αγωνίας την αναπνοή κρατώ
μα που και που από συνήθεια ρωτώ
και τις παλιές αναμνήσεις αποζητώ
Τώρα το ξέρω θάμαι πάλι μονη
μα εγώ κρατώ γερά στο χέρι της Ζωής μου το τιμόνι


Ιατρικό Κέντρο Αθήνα 12/12/2003

Λειωμένα σώματα απογυμνωμένα
επάνω στασπρα τους σεντόνια σέρνονται
του κάκου ψάχνονται υγεία για να βρούνε
και το καθένα τους έχουν πολλά να πούνε
αφήνονται στου πόνου το κρεβάτι
έχοντας στο νου τη λέξη υπομονή
ακούγοντας προσεκτικά την κάθε συμβουλή
Βαθύτερα αισθήματα αγάπης
που νιώθεις για καθένα απ αυτά
χωρίς να ξεχωρίζεις το δικό σου
τα σώματα με τις ψυχές τους μέσα
Όλα τους περιμένουν ένα θαύμα
Για να τους βγάλει απ την άπειρη αγωνία
Σε μερικούς κορμούς αγάπης
Ο χάρος περιμένει στη γωνία


Ιατρικό Κέντρο Αθήνα 14/12/2003
(Οταν πέθανε μια γιαγιά στο διπλανό της κρεβάτι)

Σκελετωμένα σώματα συντρίμμια
στου πόνου το κρεβάτι ξαπλωμένα
ύπουλα καρτερεί ο χάρος.
Πως ήταν κάποτε αυτά τα σώματα
με τα χιλιάδες τους βιώματα;
Σέρνονται τώρα μες το χρόνο άσκοπα
βιώνοντας το αύριο το τώρα και το χθες


Ιατρικό Κέντρο Αθήνα 12/12/2003
(24 χρόνια από το θάνατο της μητέρας μας, δεν της τον θύμησα για να μην κάνει δυσάρεστους συνειρμούς. Ομως αυτή το θυμήθηκε.)






Η Μανούλα μας!
Η μανούλα μας στου πόνου το κρεβάτι
πόσο τη νιώθω και τη σέβομαι
Πολλές φορές ήρθες στη σκέψη μου γλυκιά μου
για ν απαλύνεις της τραγωδίας μου το δράμα
μου λείπεις κάθε μέρα πιο πολύ
θυμάμαι το γλυκό σου το φιλί
πόσο με γλύκαινες με τα απαλό σου χάδι
οταν καθόσουν δίπλα μου το βράδυ
καρτερικά περίμενες
στου πυρετού μου το άσπρο μαξιλάρι.

Ιατρικό Κέντρο Αθήνα 15/12/2003

Πόση αγάπη έχεις νοιώσει από τον κόσμο
του άπειρου τη γνώση εδοκίμασες
ωρίμασες τρομάζοντας στον πόνο
της μοναξιάς το δρόμο που ξεκίνησες
Πολλές χαρές μελαγχολίες και ξενύχτια
τόσες πολλές που γίνανε συνήθεια
κάθε τι ήτανε μόνιμη καθημερινότητα


Μη μου μιλάτε γι ακρογιάλα ξένα
μη μου σκορπίζετε το νου στα περασμένα
περάσαν φύγαν σαν πουλιά
κι οι σκέψεις αιωρούνται στον αιθέρα
στην καθημερινότητα αναπολούν τη γιατρειά
Τώρα η ζωή είναι αστείρευτη πηγή
το νέκταρ απολαμβάνω κάθε μέρα
που τρύγος έγινε στις άγνοιας το φιλί
Στο αγκάλιασμά σου έχω μάθει να ξεχνώ
και τη φιλία μας ν απολαμβάνω πέρα ως πέρα
γιατί αγνά αισθήματα ξυπνώ
που μόνο η αγάπη ανακαλύπτει

Όταν ήταν στο νοσοκομείο μου ζήτησε να της βρώ ένα γράμμα που μου είχε στείλει το Πάσχα του 1999 από τη Γερμανία. Ηθελε να το επεξεργαστεί για να το δημοσιεύσει σε ένα έντυπο της Πάρου που της είχαν ζητήσει συνεργασία.
Μου είπε ότι είχε πάει στο Braunschweig σε μια γιορτή των Ελλήνων για το Πάσχα. Όταν έφευγε, ρώτησε ένα Ελληνα πόσα χρόνια έχεις να πας στην Ελλάδα 15, ένα άλλο 25 είπε κλαίγοντας, και τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση, ε όχι θα γυρίσω το γρηγορότερο και μόνιμα στην Ελλάδα!
Το γράμμα, δώδεκα τόσες σελίδες, σε στυλ θεατρικού έργου γραμμένο, το βρήκα, και το αντιγράφω παρακάτω, όπως ήταν γραμμένο, δεν πρόλαβε να το επεξεργαστεί ούτε θέλησε να της το διαβάσω δεν άντεχε τόση συγκίνηση, μου το είχε γράψει όταν τους κάλεσα να έρθουν στη Δροσιά να ψήσουμε οικογενειακώς το αρνί του Πάσχα του 1999.

Πάσχα!





Μια αυλή από μπετόν έξη άνθρωποι μεσόκοποι κάθονται κάτω από μια τέντα και γυρίζουν πέντε σουβλιστά αρνιά.
Μια Ελληνίδα καλοντυμένη με ένα ξανθό παιδί 12 χρόνων μπαίνουν όλο περιέργεια στην αυλή. Η μυρωδιά από τα σουβλιστά αρνιά τους κτυπούν κατευθείαν στη μύτη. Ο νεαρός ξανθός στρουμπουλός σκάει ένα χαμόγελο, αυτό ήταν λοιπόν που είχε φανταστεί.
Τα βλέμματα των σουβλατζήδων πέφτουν κατ ευθείαν επάνω τους και η Ελληνίδα σκάει χαμόγελο όχι τόσο για τα αρνιά αλλά γι αυτά τα πανέμορφα μελαγχολικά μαύρα μάτια για τα μουστάκια του για τα χοντροκομμένα χέρια του που μυρίζουν σούβλα και είναι ροζιασμένα απ΄ τα εργοστάσια της Γερμανίας! Αυτόν ήθελε να γνωρίσει. Αυτή η μορφωμένη βουτηγμένη τα τελευταία 10 χρόνια στην κάπνα της απλής ζωής δεν τη πειράζει καθόλου να κάτσει και να γυρίσει τη σούβλα. Προτρέπει και το 12 χρονο Γερμανό κι αυτός με τρεχάμενα τα σάλια του απολαμβάνει το ΑΡΩΜΑ απ΄ τ΄ αρνιά, από Ελλάδα του 1950.
ΚΑΤΩ απ΄ τ΄ αρνιά έχουν βάλει λαμαρίνες για να μην λερώσουν την πεντακάθαρη Γερμανία! Δυο λαμαρίνες μια κάτω απ΄ το στήθος των αρνιών και μια κάτω από τα σκέλια!
Χριστός Ανέστη, Χρόνια Πολλά , χαιρετά η Ελληνίδα όλους, ακολουθεί και ο νεαρός.
Αρχίζουν οι ερωτήσεις! Από πού είσαστε που μένετε? Είσθε Ελληνίδα ! Είμαι Κρητικιά όσο και εγωιστικό κι αν ακούγεται όμως πολύ περήφανη! Μένω στα σύνορα από Ανατολική Γερμανία αλλά δυστυχώς από τη δυτική πλευρά. Και έρχεσαι από τόσο μακριά? Ναι θέλω να σας γνωρίσω θέλω να μιλήσω Ελληνικά με Ελληνες. Τα μάτια αρχίζουν να σπιθοβολούν. Τα αυτιά ανοίγουν λίγα εκατοστά προς τα πλάγια! Βάλε ρε Γιωργίκα Ελληνική μουσική, δυνατά ρε πιο δυνατά.
Ακολουθεί ένα ανέκδοτο και επειδή ήταν λίγο σόκιν ζητούν συγνώμη και για να τους ενθαρρύνω:
ωραία ρε παιδιά τέτοια θέλω ν ακούω για να αισθανθώ μέσα στα ρούχα μου!
Είναι γιος σου ο μικρός όχι είναι γιος φίλης μου και επειδή είχαμε πάει στην Ελλάδα ξέρει κάτι λίγο από μας, μας έφερε η μάνα του δεν έχω αυτοκίνητο.
Ξαφνικά ακούω ένα ρεμπέτικο, αφήνω τη σούβλα, τρέχει ο μουστακαλής την παίρνει αμέσως για να μην καεί τ αρνί. Σηκώνομαι και αρχίζω δειλά δειλά βήματα με σκυμμένο το σώμα η καμπούρα μου διακρίνεται ευκρινώς κάνει και ωραίο καιρό!
Ναι σήμερα είναι για μας για τη Λαμπρή. Χορεύω και όλη η κομπανία των σουβλατζήδων με παρακολουθεί. Κάνω και μια στροφή φωνάζουν.
Ανοίγομαι φωνάζω άιντε! και ένα βαθύτατο ΩΧ βγαίνει από τα σωθικά μου όλοι χορεύουν μαζί μου μόνο κοιτάζοντας με, που και που ρίχνω και ένα βλέμμα μήπως και τους κακοφανεί ο χορός μου ή μήπως τους προσβάλει. Ρε Κρητικοπούλα είσαι πολύ πικραμένη. Δεν απαντώ. Ο νεαρούλης Γερμανός έχει αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο απ τη φωτιά, του φωνάζω Παύλε έλα να πιούμε κάτι. Ενα υπαίθριο μπαρ μας προσφέρει στο νεαρό Κόκα Κόλα σε μένα ήταν διστακτικός ένας ασπρομάλλης Ελληνας με κουστούμι μαύρο και τελικά λέει για σας νερό? Ναι του λέω απορημένη για την τόση του καρδιά. Με κατάλαβε ίσως κι από το ντύσιμο μου. Λινή φούστα μακριά, ακριβά ορειβατικά παπούτσια . Κι από πάνω φορώ ένα παραδοσιακό τρίχινο σακάκι κι αυτό ακριβό αλλά μου το χάρισε ένας που το είχε από παιδί. Παίρνομε με τον Παύλο ένα πάγκο και τον μεταφέρομε κοντά στ αρνιά, έτσι που ο αέρας να μη μας στέλνει τον καπνό. Σ ένα τραπέζι μπριζόλες για τους εργαζόμενους. Κόβω ένα κομμάτι δίνω πρώτα στον πιτσιρικά αυτός σκάει χαμόγελα πεινάμε τους φωνάζω, φάτε φάτε λένε. Αρχίζουν πάλι να με ρωτάνε. Τους λέω ότι ζω στη Γερμανία χωρίς ηλεκτρικό και χωρίς τρεχούμενο νερό! Δεν το πιστεύουν αμφίβολα βλέμματα πέφτουν πάνω μου. Τους λέω έχω αρχίσει να μαθαίνω γερμανική διάλεκτο (plat Deutsch) χαμογελάνε.
Μας ξαναδίνουν να γυρίσουμε σούβλα. Η μυρωδιά του λιωμένου λίπους πάνω στα κάρβουνα μου φέρνει αναγούλα το καταλαβαίνει ο μπάρμπας από τον Πόντο και ρίχνει ρίγανη στα κάρβουνα. Σκέφτομαι ότι αυτοί οι απλοί άνθρωποι φέρονται όπως εμείς στο Mattierzoll εκεί που ζούμε. Με αγάπη όλοι φωνάζουν ο Πόντιος, ο Πόντιος να μας πει ένα ανέκδοτο για Πόντιους. Φωνάζω και γώ: Ναι και γω ξέρω! Γυρίζουν όλοι και με κοιτούν απορημένοι. Πέτο φωνάζει ένας. Ο Πόντιος έρχεται και κάθεται δίπλα μου, τον αγκαλιάζω, αφήνει στον πάγκο το πινέλο με το λάδι που πασαλείβει τα αρνιά.
Γιατί ένας Πόντιος όταν οδηγεί αυτοκίνητο έχει τους καθαριστήρες απ τη μέσα μεριά?
Αναρωτιούνται γιατί? Γιατί? Ο νεαρός δίπλα μου, μου τραβάει το σακάκι δεν μπορώ να τον παρακολουθήσω! Γιατί? Γιατί? Επειδή οδηγεί έτσι! Κάθομαι στη θέση του οδηγού παίρνω το τιμόνι στα χέρια μου το γυρνώ δεξιά αριστερά και με τα πόδια μου πατάω τα πετάλια και με τα χείλια μου φωνάζω φτύνοντας πρρρ, μπρρρ! Ετσι τα σάλια μου πετάγονται στο τζάμι του αυτοκινήτου και με τα χέρια μου κάνω τους καθαριστήρες. Ξεσπάνε όλοι σε δυνατά γέλια. Μπράβο Μπράβο ωραίο. Ισως προσβεβλημένος ο Πόντιος λέει! Τώρα θα σας πω εγώ ένα! Ο Γιωργίκας και ο Κωστίκας κάθονται δίπλα δίπλα. Λέει ο Γιωργίκας ρε συ πως θα πάω στη Γερμανία αφού δεν ξέρω τη γλώσσα! Α! είναι απλό απαντά ο Κωστίκας θα τα λες όλα αργά αργά και αυτοί θα σε καταλάβουνε! Ωραία έφυγε χαρούμενος ο Γιωργίκας. Όταν έφθασε στη Γερμανία σταμάτησε ένα ταξί μπαίνει μέσα και λέει στον ταξιτζή Κ Α Λ Η Μ Ε Ρ Α!
Κ Α Λ Η Μ Ε Ρ Α Α Α! του απαντάει ό ταξιτζής.
Τ Ι Κ Α Ν Ε Ι Σ ?
ΚΑΛΑ…….ο Γιωργίκας παραξενεμένος του λέει ρε συ Ελληνας είσαι, ναι λέει ο ταξιτζής και γιατί μιλάμε γερμανικά ας μιλήσουμε καλύτερα Ελληνικά. Ολοι ξεσπούν στα γέλια. Ο νεαρούλης δίπλα μου με σκουντά πες μου πες μου. Του εξηγώ το ανέκδοτο αλλά δεν μπορεί να καταλάβει!
Ερχεται κόσμος πολύς κόσμος καλοντυμένοι με αλυσίδες χρυσές και γυαλιστερά παπούτσια με κουστούμια και μαλλιά από κομμωτήριο. Η παρέα των σουβλατζήδων μερακλώνεται αρχίζουν κάποιο παλιό τραγουδάκι! Το σιγοντάρω! Μόλις τελειώνει αρχίζω Πριν το χάραμα μονάχος. Ενθουσιάζονται Α ρε Κρητικοπούλα. Ο πρόεδρος είναι χημικός με πλησιάζει και μου λέει. Εχουμε μια κομπανία που τραγουδάμε και χορεύουμε! Μένω μακριά δεν μπορώ να έρχομαι 50 χιλιόμετρα! Σοβαρά? Δεν έχεις αυτοκίνητο? Όχι , θα βρεθεί τρόπος. Ο νεαρός σηκώνεται πεινάει τρέχει και παίρνει ένα πιάτο γεμάτο πατάτες φούρνου. Εγώ είχα προηγουμένως δοκιμάσει μια πατάτα από μια γυναίκα που τις έφερνε με ένα ταψί. Του λέω Παύλε μη φας γιατί έτσι το αρνί θα σου αρέσει περισσότερο αργότερα. Δεν με άκουγε καταβρόχθιζε! Ένα μικρό παιδί 2 χρονών ήρθε και του κοιτούσε το πιάτο με λαιμαργία. Εκοψα με το χέρι μου λίγη πατάτα και του την έδωσα. Το παιδί κόλλησε επάνω μου, το τάιζα συνέχεια ήταν και χοντρούλης με γαλάζια μάτια. Ελληνας είναι? Ρώτησα. Ναι έχω τρια παιδιά, να σας ζήσουν, χαμόγελο ευτυχίας! Εσεις έχετε παιδιά όχι αλλά τ αγαπάω πολύ. Το βλέπω είπε και πάλι ξαφνικά ένα παλιό ρεμπέτικο «ΤΑ ΔΑΚΤΥΛΙΔΙΑ» Τίποτα δεν με κρατούσε σηκώθηκα και ήμουν η μόνη που σηκώθηκα και χαλάρωσα και βούρκωσα και ζάρωσα και έσκυψα και χτύπησα τη γερμανική γη και την έβρεξα με δάκρυα χαράς και λύπης! Ολοι κοιτούσαν παράξενα σχεδόν είχε γίνει το πρώτο αρνί και ευτυχώς που είχα το φιλαράκι μου τον Παύλο είδε μερικούς να το σηκώνουν από τη σούβλα και να το μεταφέρουν. Εγώ δεν τόχα δει , είδα μόνο δυο βουρκωμένα γεροντικά μάτια να με κοιτάζουν και να μου φωνάζουν πόσο χρονώ είσαι. Είπα 55 το 44 γεννήθηκα και απάντησε: γι αυτό! και ο μεσόκοπος από την Καβάλα χειροκρότησε το χορό μου, το τραγούδι μου, το ανάστημά μου που είχε υψώσει κατά 10 εκατοστά. Ομως φαίνεσαι νεότερη. Ναι ξέρω είναι επειδή μαγειρεύω με ξύλα και κοιμάμαι λόγω έλλειψης ηλεκτρικού νωρίς! Ομως μέσα μου βαθιά, μέσα μου είμαι χαρούμενη, Ο Παύλος άρχισε να με τραβάει να πάμε στο ταμείο για τ αρνί. Του είχα πει ραμμένη ξεκομμένη ότι το Πασχαλινό αρνί θα το πλήρωνα εγώ, 12 γερμανικά μάρκα 3500 δρχ με σαλάτα μαρούλι και τζατζίκι και πατάτες και ψωμί. Φθηνό πολύ φθηνό για να χορτάσουν όλα τα πεινασμένα στόματα!




Ολοι ήταν ανυπόμονοι ενώ αρνί ήταν το μοναδικό που κατέβαινε απ τη σούβλα θέλανε όλοι να προλάβουνε να φάνε Ελλάδα, Πατρίδα, χωριό.
Επιτέλους άρχισαν να γεμίζουν τα πιάτα πήραμε τα πρώτα. Ο φιλαράκος μου ήξερε καλά από φαΐ γιατί ο πατέρας του είναι ο γιατρός του χωριού μας και τρώνε συχνά αρνί. Ζήτησε δυο πιάτα το ένα χωρίς τζατζίκι νόμισαν ότι ήταν το δικό μου και έβαλαν μέσα μια καταπληκτική μερίδα από πόδι, στο άλλο βάλανε παϊδάκια για γλείψιμο!
Κάτσαμε και το χαρήκαμε λέω στο φίλο μου Παύλε με τα χέρια θα το φχαριστηθείς περισσότερο και αναφώνησε και τούδωσε να καταλάβει .
Στο διπλανό τραπέζι απ αριστερά μας καθίσανε καλοφαγάδες με χρυσά ρολόγια καιφαγητά σε σακούλες με ταμπέλες ακριβών εστιατορίων. Εμείς φωνάζαμε ωραίο Α! Ωραίο. Και τι νόστιμο και τι τραγανό λέει ο Παύλος. Επειδή αυτός δεν είχε τραγανό τούδωσα κι απ το δικό μου κι ας ήτανε λιγότερο. Οι διπλανοί τρέξανε και πήρανε ένα ακριβό κρασί από την Κρήτη. Μου άνοιξαν τα ρουθούνια. Μέχρις εκεί μούρθε να τους ζητήσω ένα ποτηράκι, όχι όμως χίλιες φορές όχι είναι το μυστικό μου το αγαπημένο μου και το ονειρευτό. Ισως το πιω στην Κρήτη το καλοκαίρι. Φάγαμε τ αρνί μιλήσαμε με τους διπλανούς μας στο τραπέζι Από το ζερβί το χέρι ήταν ένα ζευγάρι γερμανών που αγαπά πολύ την Ελλάδα μας. Ο άνδρας μένει στην Ηπειρο και ήθελε πολύ να έρθει στην Ελληνική κοινότητα για να περάσει Πάσχα. Είναι 15 χρόνια στην Ελλάδα. Μου εξιστόρησε για τους γείτονές του πόσο τον αγαπούν και όταν γυρίσει μαζεύεται όλο το χωριό για να τον προϋπαντήσουν. Ισως να είναι και για μένα το ίδιο με το χωριό μου στο Mattierzoll. Τσουγκρίσαμε τα κατακόκκινα αυγά και είπαμε τα χρόνια πολλά. Ο φίλος μου ο Παύλος καταβρόχθισε και το δικό μου αυγό. Χριστός Ανέστη Αληθώς Ανέστη.
ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΡΕ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΠΟΥ ΜΕΜΑΘΕΣ ΝΑ ΠΟΝΩ ΚΑΙ ΝΑΓΑΠΩ
Σας ζηλεύω ρε που σουβλίσατε αρνί οικογενειακώς!
Σας γλυκοφιλώ όλους σας
Σήμερα τραγούδησα όλα τα Ελληνικά τραγούδια που ξέρω!
Γέμισε η κουζίνα μου ΕΛΛΑΔΑ.
ΥΓ. ΜΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΝΑ ΚΑΤΕΒΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΙΤΣΑ ΜΑΣ


Το παρακάτω κείμενο το βρήκα γραμμένο στα χαρτιά της.
Εχω να παρατηρήσω ότι τα γεγονότα έχουν ως εξής:
Ο πατέρας μας ένας πανέξυπνος άνθρωπος με Πανεπιστημιακή μόρφωση (Γεωπόνος) με πολλούς αγώνες στη ζωή του που εύκολα μπορεί να δει κανείς από τα απομνημονεύματά του, στα 84 χρόνια του άρχισε να παθαίνει κρίσεις αμνησίας όταν κουραζόταν πολύ ή όταν ταραζόταν.
Είναι πολύ οδυνηρό να βλέπεις ένα τέτοιο άνθρωπο να καταρρέει σιγά σιγά.
Οσο ζούσε ο πεθερός μου ο Νίκος Οικονόμου μαζί με τον πατέρα μου κάθε Πάσχα έκαναν το σουβλιστό αρνί στη Δροσιά στην αυλή του σπιτιού μας. Εκεί μαζευόμαστε όλοι οι στενοί συγγενείς με την οικογένεια του Μανόλη Μαυρογένη Διοικητή του ΟΤΕ.
Στην Κρήτη δεν σουβλίζουν το Πάσχα αρνιά αλλά κάνουν κάτι πολύ ωραίες τυροκρεατόπιτες στο φούρνο. Ο πατέρας λοιπόν της Ζωής ήταν μεγάλος μάστορας στο ψήσιμο του αρνιού και από αυτόν έμαθε και ο πατέρας μου και έγινε και αυτός πολύ καλός μάστορας.

Μετά το θάνατο του πεθερού μου ο πατέρας μας αγόραζε το αρνί, πάντα θηλυκό κατσίκι γύρω στα 12 κιλά και το έψηνε είτε στο σπίτι μας είτε στο σπίτι του Τάσου στο σκάλωμα.
Όταν ήταν λοιπόν 84 ετών πήγαμε στο σκάλωμα και ο πατέρας έψησε το αρνί, αλλά κουράστηκε πολύ ήταν άλλωστε αρκετά μεγάλος. Στην επιστροφή μέσα στο αυτοκίνητό μου καθόταν μπροστά και πίσω καθόταν η γυναίκα του η Ελένη, η Ζωή και η Ισαβέλλα όταν ξαφνικά απευθυνόμενος σε μένα μου λέει: Ποιες είναι οι κοπελιές που κάθονται πίσω;





Το σοκ που υπέστην ήταν τρομερό. Σε λίγο συνήλθε και δεν έτρεχε τίποτα. Μετά από τρεις μήνες, έκανε λάθος στην ώρα, ενώ ήταν 6 το απόγευμα νόμισε ότι ήταν 6 το πρωί. Συνήθιζε, από 30 χρόνων να σηκώνεται στις 6 το πρωί να κάνει μισή ώρα έντονη σουηδική γυμναστική, μετά εντελώς κρύο ντους να ντύνεται και να πηγαίνει για δυο ώρες με τα πόδια ένα περίπου χιλιόμετρο στον Υμηττό στις κόρες του όπως έλεγε, στις μέλισσές του. Αφού τις έψαχνε όλες, πάντα χωρίς μάσκα αφού είχε συνηθίσει το κέντρωμα και δεν τον ενοχλούσε, γύριζε πίσω στο σπίτι του.
Παλιότερα μέχρι τα ογδόντα του πήγαινε κάθε μέρα χειμώνα καλοκαίρι στο Καλαμάκι για μπάνιο μια που ήταν χειμερινός κολυμβητής.
Τέλος του 1992 ξεκίνησε να έρθει στη Δροσιά। Το δρομολόγιο ήταν με τα πόδια από Ζωγράφου στα Ηλύσια και μετά με το λεωφορείο στη Δροσιά. Ξεκίνησε πάλι ανάποδα απόγευμα αντί πρωί. Στο Μαρούσι είχε σκοτεινιάσει, κατέβηκε στην πλατεία και δεν ήξερε τι να κάνει ούτε ποιος είναι. Κάποιος τον οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα που ήταν απέναντι. Κατά τις δέκα το βράδυ με πήραν τηλέφωνο από το αστυνομικό τμήμα και μου είπαν έχομε εδώ τον Γεώργιο Μαυρογένη Του Βασιλείου μήπως τον γνωρίζετε; Είχαν δει την ταυτότητά του, έψαξαν τον τηλεφωνικό κατάλογο και πήραν τηλέφωνο μήπως βρουν άκρη εγώ έπαθα σοκ γιατί τα ίδια στοιχεία ήταν του γιου μου του Γιώργη. Μα τι έκανε ρώτησα και η απάντηση να ο παππούς χάθηκε. Τότε κατάλαβα,. Σε δέκα λεπτά ήμουν εκεί τον βρήκα, με γνώρισε αμέσως, πάντα με γνώριζε, ευχαρίστησα τους αστυνομικούς που τον βοήθησαν και τον πήρα να τον πάω σπίτι του. Στο δρόμο ήταν έξαλλος ήθελε να κάνει μήνυση στους αστυνομικούς που….τον έψαξαν για να βρουν την ταυτότητά του.
Το Πάσχα του 1993 (86 χρόνων πια) θα ερχόταν στη Δροσιά, παραμονή Πάσχα, για να προετοιμάσει το αρνί. Πήρε ταξί αλλά μέχρι να έρθει ξέχασε τη διεύθυνσή μας και ταλαιπωρήθηκε κάμποση ώρα ψάχνοντας με το ταξί. Τελικά τη βρήκε αλλά έβαλε τα κλάματα.
Ηταν πολύ οδυνηρό να βλέπεις που μπορεί να φθάσει κανείς. Αυτός ο άνθρωπος που ήξερε τόσα πράγματα, που στην Κρήτη ήταν διευθυντής Γεωργικής σχολής με προσωπικό διακοσίων ατόμων, που μετά τη σύνταξή του κάναμε μαζί δυο πολυκατοικίες, με αυτόν επί τόπου γιατί εγώ ήμουνα υπάλληλος στον ΟΤΕ, που έπαιρνε κάθε πρωί τα εγγόνια του και τα πήγαινε βόλτα και μια φορά τη βδομάδα σε Θέατρο, στο Ηρώδειο να αργοπεθαίνει πνευματικά αλλά σωματικά να είναι ακμαιότατος.
Το Αύγουστο του 1993 ξεκίνησε να πάει στις 6 το απόγευμα νομίζοντας πάλι ότι είναι πρωί, στις μέλισσες. Πέρασε από το Νεκροταφείο Ζωγράφου και εκεί δίπλα ήταν οι μέλισσες. Νύχτωσε και σοκαρίστηκε, δεν ήξερε τι να κάνει οι πόρτες του Νεκροταφείου είχαν κλείσει. Φυσικά όπως όλοι οι χωριανοί του δεν φοβόταν τους πεθαμένους. Σε κάποιο νεοσκαμένο τάφο με πολλά στέφανα μάζεψε μερικές κορδέλες και έκατσε απάνω όπου τον πήρε …….. ο ύπνος. Το βράδυ στις 12 μας πήρε τηλέφωνο η γυναίκα του στην Ανάβυσσο και μας είπε ότι χάθηκε ο πατέρας μας. Κατεβήκαμε αμέσως στην Αθήνα πήγα με τη Ζωή στο Νεκροταφείο, γύρω στις μία και μισή το βράδυ. Ανέβηκα σε ένα δέντρο και πήδηξα μέσα στο Νεκροταφείο, ούτε εγώ φοβάμαι τους πεθαμένους. Η Ζωή δεν δέχτηκε να μείνει στο αυτοκίνητο έξω από το Νεκροταφείο τη βοήθησα λοιπόν να πηδήξει και αυτή μέσα. Πήγαμε στις μέλισσες ψάξαμε παντού από όπου πιθανολογήσαμε ότι θα μπορούσε να έχει περάσει αλλά δεν τον βρήκαμε. Πήγαμε στην Αστυνομία και μας είπαν ότι πρέπει μετά 24 ώρες να δηλώσουμε την εξαφάνιση.
Γυρίσαμε στις τρις το πρωί στο σπίτι του και δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Κατά τις τρεισήμισι εμφανίστηκε χαμογελώντας και λέγοντάς μας ότι τον πήρε ο ύπνος.
Στα 87 του το 1994 τον Απρίλη ξεκίνησε να έρθει στη Δροσιά, αγαπούσε πολύ τη Ζωή, του άρεσε να κάνει αγροτικές δουλειές στο οικόπεδο στη Δροσιά. Κατά τα συνηθισμένα ξεκίνησε από του Ζωγράφου με τα πόδια προς τα Ηλύσια για να πάρει το λεωφορείο. Στο δρόμο του έπεσαν τα γυαλιά και τα πάτησε. Αυτό ήταν έπαθε σοκ και ξέχασε τα πάντα. Κάποιος τον είδε που έκλεγε και τον βοήθησε. Είδε στο μέσα μέρος του σακακιού του γραμμένα όνομα και τηλέφωνο και τηλεφώνησε στη γυναίκα του η οποία πήρε ταξί και τον γύρισε στο σπίτι.
Κάποιος γιατρός είπε στη γυναίκα του να μην τον αφήνει να βγαίνει μόνος του από το σπίτι. Ετσι αυτή κλείδωσε την πόρτα και έκρυψε το κλειδί. Πως είναι δυνατό όμως ένα άνθρωπο ζωντανό με τόσα ενδιαφέροντα να τον φυλακίσεις; Είχε ξαναμπεί φυλακή στα πέτρινα χρόνια σαν ανιψιός του στρατηγού Μανόλη Μάντακα αρχηγού του ΕΛΑΣ και του μόνου που επαναστάτησε κατά της δικτατορίας του Μεταξά
Από μερικά χρόνια δεν άκουγε καλά. Είχε αρχίσει να μη βλέπει μικροαντικείμενα όπως π.χ. τα αυγά των μελισσών, πράγμα απαραίτητο σε ένα μελισσοκόμο γιατί από αυτό καταλαβαίνει αν το μελίσσι είναι υγιές. Δεν ,μπορούσε να γράφει άρθρα σε μελισσοκομικά και γεωργικά περιοδικά που συνεργαζόταν. Μερικές φορές μου υπαγόρευε και του τα έγραφα στη γραφομηχανή. Η κατάσταση αυτή τον έκανε επιθετικό.
Σηκώθηκε ένα πρωί και θέλησε να πάει στις κόρες του, Εγώ ήμουν στον Αγιο Νικόλαο στην Ανάβυσσο όπου έκανα το συγκρότημα με τα 14 σπίτια. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη, έγινε έξαλλος πήρε ένα μαχαίρι και κυνηγούσε τη γυναίκα του. Αυτή σε συνεννόηση με ένα ψυχίατρο και τη βοήθεια του αδελφού μου επιβίβασαν με τη βία και πολλή δυσκολία σε ένα ταξί τον πατέρα και τον πήγαν στο Υγεία. Αμέσως οι σπουδαίοι γιατροί μας του έδωσαν πολύ ισχυρά αντικαταθλιπτικά με αποτέλεσμα να βρίσκεται συνεχώς σε βαθύ ύπνο. Μια στιγμή που ήταν ξύπνιος σηκώθηκε και κυνηγούσε τους πάντες για να φύγει και να πάει στο σπίτι του. Το μόνο σπίτι που κατάφερε να κάνει στη ζωή του αφού πήρε σύνταξη και αυτό με δάνειο. Που να έβρισκε νωρίτερα λεφτά που τα ξόδευε για να κάνει μηχανικούς και τα τρία παιδιά του.
Άλλη μια στιγμή που ήταν μισοξύπνιος και είδε το Γιώργη (τον συνώνυμο του) που τον υπεραγαπούσε, ήταν και το πρώτο αρσενικό εγγόνι που έφερε το σπουδαίο όνομά του, του ρώτησε αν έχει το αυτοκίνητό του εκεί και του ζήτησε να τον πάρει από το Νοσοκομείο. Αμέσως του έκανα ένεση και ξανάπεσε σε λήθαργο. Μετά δέκα μέρες στο Υγεία και αφού εξάντλησαν όλες τις εξετάσεις που μπορούσαν να κάνουν μας λένε να τον πάρομε. Άλλωστε δεν είχαν να κάνουν άλλες εξετάσεις και το κρεβάτι χρειαζόταν για να μπει άλλος να κάνει εξετάσεις να βγάλει λεφτά το Νοσοκομείο. Το Νοσοκομείο δεν είναι ξενοδοχείο!!!
Τον πήραμε σε κατάσταση λήθαργου και τον πήγαμε σε ένα ακριβό γηροκομείο μέχρι να δούμε τι θα κάνομε. Η γυναίκα του δεν τον ήθελε στο σπίτι γιατί τον φοβόταν μην τη σφάξει. Σε πέντε μέρες (19/4/1994) πέθανε από ανεπάρκεια του αναπνευστικού που προήλθε από τα αντικαταθλιπτικά που του έδιναν οι γιατροί και οι νοσοκόμοι για να τον έχουν υπό έλεγχο!!! Η κηδεία έγινε στο νεκροταφείο Ζωγράφου και κατά περίεργη σύμπτωση ο τάφος του ήταν 20 μέτρα από τα μελίσσια του.
Αυτή ήταν η κατάσταση όταν η Ισαβέλλα έγραψε το κείμενο που ακολουθεί και επόμενο ήταν να εκφραστεί με τον τρόπο που εκφράζεται.
Σημειώνω εδώ ότι μετά το θάνατο της Ισαβέλλας βρήκα ένα σωρό ημερολόγια με σκίτσα και περιγραφές με χρονογραφήματα που τα κρατούσε για τον εαυτό της. επίσης είχε ζωγραφίσει τα τελευταία δυο χρόνια γύρω στους εκατό πενήντα ζωγραφικούς πίνακες, αρκετοί αξιόλογοι, που τους είχε κορνιζώσει και δεν πρόλαβε να τους δει στην έκθεση που είχε σχεδιάσει στην Πάρο και που την έκαναν οι φίλοι της όταν ήταν ακόμη στο Νοσοκομείο. Δεν είχε πουλήσει ποτέ πίνακα ούτε είχε χαρίσει σε κανένα. Μετά το θάνατό της τους μοιραστήκαμε με τον Τάσο και δώσαμε και σε όλους τους φίλους της από ένα πίνακα.


Ζητώ οικογένεια ή Ζήτω η οικογένεια.

Λέγομαι Γεώργιος Μαυρογένης και είμαι 87 χρονών, έχω περάσει πολλά στη ζωή μου, μεταξύ των άλλων έχω ζήσει τρεις πολέμους, τον πόλεμο των Γερμανών, τον ανταρτοπόλεμο όπου μπήκα και φυλακή και τώρα ζω τον πόλεμο των ανθρώπων που δεν έχω που να πάω που δεν με θέλει κανείς που είμαι πεταμένος σένα ακριβό γηροκομείο που όπου και αν κοιτάζω εδώ μέσα βλέπω ναυαγισμένα κορμιά ίδια σαν και μένα. Η διαφορά είναι ότι εγώ ήμουν ένας ήρωας της ζωής ενώ οι άλλοι έχουν πάθει την πλάκα τους και τα έχουνε χαμένα.
Μια γυναίκα καθόταν δίπλα στην πόρτα τα ρούχα της καθαρά σένα ευάερο και ευήλιο κλουβί, περίμενε λέει να την πάρουν σπίτι της.





Δίπλα μια πανέμορφη γυναίκα με ολόλευκο δέρμα καλής οικογένειας, φαινότανε, αυτό δεν κρύβεται. Παραδίπλα ένας δήμιος όρθιος με μια πέτσινη ποδιά , τα χέρια απλωμένα έτσι ώστε να δείχνει σπουδαίος, μάλλον φοβότανε. Οίκος ευγηρίας λοιπόν.
Η διευθύντρια μιλούσε γαλλικά όρσε λοιπόν και όσοι έχουν γάλλους υπερήλικες στα σπίτια τους. Εκεί να τους πάνε για να μην ξεχνάνε και τη γλώσσα τους.
Σήμερα με έφεραν και εμένα εδώ. Ημουν στο νοσοκομείο ΥΓΕΙΑ όπου με άφησαν 15 μέρες να έχω στοματίτιδα και κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να με κοιτάξει στα μάτια αλλά ούτε στο στόμα όπου δεν μπορούσα ν αρθρώσω λέξη βλέπεις εγώ δε βλέπω και δεν ακούω καλά αλλά μέχρι τώρα μιλούσα. Όμως και αυτόν τον λίγο το λόγο τον μπερδεύω. Εμένα που δε με βλέπετε είμαι πατέρας τριών παιδιών και έχω και μια θαυμάσια γυναίκα 30 χρόνια νεώτερή μου που παντρεύτηκα γιατί νόμισα ότι θα εξασφαλίσω τα γηρατειά μου. Οι ανασφάλειες που έχω λόγω των πολλών βασάνων που έχω περάσει με έκαναν επιθετικό. Ηθελα να ορμήσω και όλους να τους σκοτώσω. Ασε που πιο πολύ φοβόμουνα, φοβόμουνα τον εαυτό μου γιατί η ζωή ποτέ δε μου άρεσε δηλαδή τι να μ αρέσει. Επειδή δούλευα όλη μου τη ζωή να σπουδάσω αυτούς τους μπάσταρδους (ο τρόπος του λέγειν) και τώρα να με κλείσουν σ αυτό το κλουβί φρενοκομείου όπου βλέπεις μόνο δυστυχείς υπάρξεις; ή γιατί με βοήθησαν οι άνθρωποι όπως εγώ συνέχεια τους βοηθούσα; Πάρτε το χαμπάρι φίλοι μου ανθρωπάκια, για όλους είναι η ίδια μοίρα αλλά πριν μπούμε στο χώμα έχει πολλά ακόμα η σκούφια μας να ζήσει. Λένε ότι είμαι ανίατος, ε βέβαια αφού ούτε μιλώ ούτε βλέπω ούτε ακούω τι θα νομίζατε ότι θα έπρεπε να κάνω. Να σηκωθώ και να χορεύω τσιφτετέλι; Πόσες φορές έχω σκεφθεί την πατρίδα μου την Κρήτη. Το μυαλό μου όμως όλο γυρίζει στον πόλεμο στην Αλβανία. Εκεί έχω ζήσει τους περισσότερους φόβους μου, που φίλαγα μια αποθήκη με τρόφιμα και που οι στρατιώτες ερχόντουσαν για ένα τσιγάρο για να πάνε τα φαρμάκια κάτω. Η πρώτη μου γυναίκα με τα παιδιά μόνη στην Κρήτη ήταν καλή γυναίκα είχε μόνο ένα ελάττωμα. Ηθελε να με μορφώσει για να κάνει καλύτερη οικογένεια. Εγώ σαν χωριάτης ο βλάκας μορφώθηκα αν και τα γαλλικά μου πέφτανε κομμάτι δύσκολα. Κοίτα να δεις που μ έριξε η μοίρα μου σε Γάλλους πάλι, βρε βρε βρε που να πάρει ο διάβολος. Οσο θυμάμαι εκείνο το jeu tua il a στο πανεπιστήμιο δεν μπορούσα με τίποτα να το μάθω. Προτιμούσα να γυρίσω χίλιες φορές στις ξυπολυσιές μου του χωριού. Εκεί είχαμε το λάδι μας και όταν πεινούσα βούταγα τα ωραία κριθαρένια παξιμάδια της μητέρας μου σ ένα πιθάρι με λάδι και τα λάδια στάζανε στο μοναδικό μου πουκάμισο και έφταναν πάνω από το κοντό παντελόνι, που τόχα δεμένο με σπάγκο (ήταν του μεγάλου μου αδελφού) και έσταζαν στο χώμα. Όμως είχα πολλή δύναμη γιατί από το χωριό μου πήγαινα με τα πόδια αρκετά χιλιόμετρα για να πάω φαΐ στον πατέρα μου που πρόσεχε τα πρόβατα από το χωριό μου τους Λάκκους στον Ομαλό. Εκεί στον Ομαλό μ άρεσε πολύ γιατί η φύση ήταν κάτι το καταπληκτικό. Ακουγες μόνο τα βελάσματα από τα κατσίκια και τα πρόβατα και που και που κτύπαγα και κανένα πουλί με τη σφεντόνα. Το βράδυ ο πατέρας μου άρμεγε τα πρόβατα και τον βοηθούσα. Είχαμε μια μικρή πέτρινη στάνη που θύμιζε παλαιολιθική εποχή. Εκεί μέσα κοιμόμαστε κιόλας ξεθεωμένοι από την κούραση. Αυτή η στάνη είχε στη μέση ένα ξύλινο στύλο, απ όπου αξονικά δοκάρια σχημάτιζαν τη σκεπή και πάνω της βάζαμε φύλλα μυρτιάς. Ετσι προστατευόμαστε σε κείνο το χώρο. Πολλές φορές φοβόμουνα εκεί μέσα γιατί δε φορούσα υποδήματα ψηλά. Παπούτσια πρωτόβαλα στρατιώτης. Εδώ είχε πολλούς κινδύνους και πιο πολύ απ όλους ήταν οι καριατζούλοι (σκορπιοί). Κάποτε ένας σκορπιός τσίμπησε έναν του χωριού μου και αυτός από τους πόνους τρελάθηκε. Ε λοιπόν αν ένας τέτοιος σκορπιός με είχε τώρα τσιμπήσει θα τρελαινόταν ο ίδιος αν έβλεπε όμως προηγουμένως ετούτον εδώ τον τόπο και τα πρόσωπα. Ας έρθουμε όμως στα παιδιά μου. Εχω τρία παιδιά και πολλές φορές έχω καμαρώσει γι αυτά γιατί τα σπούδασα με πολλές στερήσεις και τάκανα επιστήμονες, σκέτα λουλούδια. Ο πρώτος μου γιος πανέξυπνος και πολύ καλός πάντα στα μαθήματα. Εχει περάσει κιαυτός δύσκολα χρόνια στα παιδικά του βιώματα στα Χανιά. Μέχρι τσιγάρα πουλούσε όταν εγώ ήμουν κλεισμένος στη φυλακή λόγω πολιτικών συκοφαντιών. Είχα λέει ανακατευτεί στα πολιτικά (Κού Κου Ε). Επειδή ο καλός μου θείος ήταν ο Μάντακας εγώ ρε τσογλάνια τι έφταιγα; Εχω αρχίσει τώρα τελευταία και βρίζω κιόλας γιατί η καλή ανατροφή δεν μου επέτρεπε ποτέ να εκφραστώ. Τώρα δεν έχω κανένα ανάγκη και δίνω σ όλους αυτούς που μ ενοχλούν να καταλάβουν. Αυτός λοιπόν ο μεγάλος μου γιος έχει δυο παιδιά και στο γιο του μου ξέφυγε προχθές και του είπα να με πάρει μαζί του στη Δροσιά. Το παλικαράκι λυπήθηκε που δεν ήταν το σπίτι δικό του για να προσφέρει στον παππού του μια τελευταία ευκαιρία να ζήσει. Αλλά ξεχάστε το. Ισως με λίγες τύψεις καθάρισε.
Ο δεύτερος ο γιος μου είναι ο πιο περιποιητικός. Αυτός σπούδασε σχεδόν μόνος του στην Αυστρία, κάτω από δύσκολες συνθήκες Αρχιτέκτονας λέει. Εχει τώρα στεριώσει μια καλή οικογένεια με Γερμανίδα γυναίκα η οποία λύνει και δένει. Αυτός δεν πούλαγε, τα σπίτια που έχτιζε, που να μην πούλαγε γιατί όταν ήρθε ο καιρός και πούλησε μέχωσε εδώ μέσα μαζί με τους άλλους για να έχουν όλοι μαζί μια συγνώμη από την κοινωνία και τον εαυτούλη τους. Ασε τα δώρα που έδινα στα εγγονάκια μου αλλά αυτό το έκανα γιατί τα εγγόνια μου τα αγαπώ, είναι η συνέχειά μου έχουνε τα όνομά μου πανάθεμάτο. Ισως να έχω ακόμα πολλά να πληρώσω και εις τους αιώνες των αιώνων λόγω αυτού του περίφημου ονόματός μου (ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ). Το τρίτο μου παιδί είχε την ατυχία να γίνει κορίτσι. Αυτό προσπάθησε η μανούλα της να το κάνει πιο ανεξάρτητο. Ετσι πάντα έκανε το αντίθετο από αυτό που της έλεγα, γιατί από νωρίς κατάλαβε ότι τα χνώτα μας δεν ταίριαζαν. Ισως ίσως και να με μισούσε επειδή όταν ήταν μικρή λόγω ανάγκης την εγκατέλειψα και πήγα να ζήσω στην Κρήτη. Ετσι τα παιδιά




τα έβλεπα μόνο Χριστούγεννα, Πάσχα και τρεις μήνες το καλοκαίρι. Σ αυτήν λοιπόν την κόρη μου έλεγα όταν ήταν μικρή. Εσύ δε μ αγαπάς και όταν γεράσω θα με πετάξεις σε κανένα γηροκομείο. Εγώ θ άρχομαι σε σένα και συ θα μου λες φύγε από δω παλιόγερε. Αυτό το παιδί μου έκανε πάντα τα αντίθετα απ αυτά που της έλεγα π.χ. της διηγιόμουνα πως οι γερμανοί παραλίγο να με σκοτώσουν, Αυτή σκεφτόταν καλοί άνθρωποι οι γερμανοί θέλω να τους γνωρίσω. Ετσι παντρεύτηκε δυο φορές γερμανούς. Τον πρώτο τον έζησε 15 χρόνια τα 10 ήταν ευτυχισμένη, αλλά ζούσε πολύ επιφανειακά. Αυτή ήθελε βάθος ήθελε να γνωρίσει καλλίτερα τον εαυτό της και τους άλλους. Δεν έκανε οικογένεια ενώ της έλεγα τα παιδιά είναι υπέροχα, όμως δεν μπορούσα να την πείσω γιατί δεν της έδωσα πειστικά σημάδια. Όταν χώρισε τον πρώτο έπεσε σένα κώμμα και μου ζήτησε να την πάρω κοντά μου. Αλλά εγώ και η γυναίκα μου δεν μπορούσαμε να την βοηθήσουμε. Εγώ τότε είχα πολλές τύψεις και αν σκεφθείτε ακόμα έχω. Τη δεύτερη φορά που παντρεύτηκε, πάλι γερμανό πήρε και αυτό δε μπόρεσα να το καταλάβω γιατί ήταν σαν να μην έμαθε καλά το




μάθημα. Όπως λέμε τα μαθήματα παθήματα. Αστην είπα έτσι είναι η ζωή. Αλλά δε φτάνουν μόνο αυτά. Εφυγε και στη Γερμανία τη ξενιτεύτρα χώρα, ζούσε στερημένα, έσκαβε για να φάει και ήταν χωρίς ηλεκτρικό με ένα πηγάδι που είχε στερέψει και με κάτω από τους μηδέν βαθμούς. Μούλειπε και έκλαιγα κάθε φορά στο τηλέφωνο μέχρι που αυτή δεν άντεχε και δεν τηλεφωνούσε πια. Ηταν και η εποχή που εγώ δεν άκουγα καλά. Αλλα μούλεγε άλλα απαντούσα. Η γυναίκα μου (η μητριά της) ωρυόταν. Στο τέλος ούτε καν μούδιναν το τηλέφωνο. Μιλούσαν μόνες τους και με έβγαζαν τρελό και από πάνω.
Τώρα είναι εδώ τα τρία μου παιδιά, να τα χαρώ, στέκονται απέναντί μου διαχειρίζονται τα λεφτά μου, με έβαλαν σε ένα ακριβό γηροκομείο 290.000 δρχ. το μήνα. Στέκονται και είναι έτοιμοι μέχρι και τη ζωή τους να μου δώσουν. Ο μεγάλος μου φωνάζει στ αυτιά μου και προσπαθεί να με πείσει ότι εδώ θα με βοηθήσουν. Ο μεσαίος λέει μπράβο σε κάθε μπουκιά φαΐ που κατεβάζω σαν να είμαι ένα ανώμαλο. Η μικρή έφερε και μαργαρίτες για να κάνει τον παγωμένο αφιλόξενο χώρο πιο ωραίο. Η περίφημη η γυναίκα μου είναι συγκλονισμένη που έχασε το μπούλη της . Τώρα ποιον θα υπηρετεί για να αισθάνεται κάτι. Αποχωρούν αποχωρεί η οικογένειά μου. Στη είσοδο κάτω του γηροκομείου κάθεται μια μεσόκοπη με ολάσπρη μπλούζα, μπλε θλιμμένα μάτια, η μικρή μου κόρη σκύβει την αγγίζει στον ώμο τη χαιρετά και τη ρωτά πως τα περνά. Εκείνη λέει από πού σε ξέρω εσένα; Η κόρη μου κάθεται στο πάτωμα κουβαριασμένη για να έρθει στο ίδιο επίπεδο με τα μάτια της που ανταμώνουνε με τα δικά της μάτια και τη ρωτά αν είναι ευχαριστημένη. Και εκείνη λέει σιγανά χωρίς ν ακούγεται «θέλω να πάω σπίτι μου», τη χαιρετά και της εύχεται το καλλίτερο που δεν θα γίνει ποτέ. Φεύγουνε τα καμάρια μου σέρνοντας τα βήματα και τις τύψεις τους.
Ένα τελευταίο βλέμμα σε κείνο το γωνιακό δωμάτιο του πρώτου ορόφου. Οι δήμιοι με τις άσπρες ρόμπες κινούνται γρήγορα σπασμωδικά, ο νεώτερος 27 χρονώ είπε θα ήθελε να πεθάνει στα 50ντα του. Τι σύμπτωση εγώ είμαι πενήντα η μικρότερη κόρη και πέθανα σήμερα. Αυτό εύχομαι για τον πατερούλη μου. Συγχωράμε πατέρα μου. Θέλω να σε σκοτώσω για να μη ζήσεις το μαρτύριο της αλήθειας.

Μετά ένα μήνα πέθανες στις 19.4.94

Το μαρτύριο του πατέρα μου μέκανε να πάω για εξομολόγηση και ανακουφίστηκα. Κάθε φορά που πάω να τον δω γυρίζω άρρωστη. Στην αρχή ήμουν σοκαρισμένη από όλες εκείνες τις ανίατες που συναντούσα. Σιγά σιγά άρχισα να τους γνωρίζω ο καθένας με τις παραξενιές του . Ο καθένας μια ξεχωριστή περίπτωση. Άλλος φωνάζει και κλαίει άλλος ζητιανεύει ψωμί και μια γυναίκα ψάχνει για μια άλλη και όλο ακούς απ τα χείλη της «Κυρία κυρία » άλλη μουγκρίζει και κλαίει και μια γερμανίδα δεν έχει με ποιόν να μιλήσει. Από ατύχημα έχει βουλιάξει το αριστερό μέρος του κρανίου της κοντά στο μάτι. Πόσο χαίρεται κάθε φορά που με βλέπει και της μιλάω λίγο γερμανικά. Της αγγίζω το χέρι και μου χαμογελά.
Η Κα Αργυρώ λέει που είναι το τρένο, θέλει όλο να φύγει.
Υπάρχουν και νέοι άνθρωποι όπως η Μαρία που καταλαβαίνει πολλά και ο κυρ Γιώργος που όταν πάω στέκεται μπροστά μου για να του μιλήσω, με παρακολουθεί που χαϊδεύω τον πατέρα μου και έρχεται όλο και πιο κοντά. Τον χαιρετώ δια χειραψίας και χαμογελά πάντα. Τον ρωτώ τι κάνει και μου απαντά καλά ευχαριστώ. Μια φορά που ήρθε ο γιος του μου είπε μετά αφού έφυγε, ζήτα του το τηλέφωνο να του πεις να ξανάρθει.
Ένα νεαρό παιδί 27 χρονών συμμαθητής του Γιώργη έχει τη μητέρα του εκεί μέσα τι θλίψη θεέ μου.
Σ ευχαριστώ θεέ μου που έχεις ταδέλφια μου και μένα καλά.





19.4.94
Σήμερα μου τηλεφώνησε ο Βασίλης από το Γηροκομείο Καψαλά ότι τον πατέρα μας τον μετέφεραν στο νοσοκομείο Σισμανόγλιο γιατί είχαν μπλαβίσει τα πόδια του και ήταν πρησμένα. Στο Σισμανόγλιο έφθασα πολύ γρήγορα, τον είχαν στο χειρουργείο αλλά ο χειρουργός είπε δεν ήξερε τι είχε ούτε μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί του για να του πει που πονάει. Ετσι τον μεταφέρανε στο παθολογικό τμήμα. Ο πατερούλης μου, είχε το ρόγχο του θανάτου το παγερό χέρι του τον είχε αγγίξει. Σε μια στιγμή τον πλησίασα τα πόδια του μπλε ανέπνεε από μια μασκούλα μπλε οξυγόνο. Τα μάτια του ανοικτά. Τούπιασα το παγωμένο δεξί του χέρι, ανατρίχιασε ένα δάκρυ κύλισε από το δεξί του μάτι, ήταν το τελευταίο του , του το σκούπισα και ήθελα σαν ένα περίφημο πετράδι να το φυλάξω για πάντα μέσα μου!
Ενας αγαπημένος μου έφυγε για πάντα Είδα την τελευταία του πνοή, έκλεισε τα μάτια του ανατρίχιασε το χέρι του και έτσι ήσυχα έφυγε. Δεν μπορώ ακόμα να το πιστέψω, βγήκα έξω και περίμενα να έρθει ο Βασίλης κοντά μου. Είπα ο πατέρας μας ξεψύχησε. Ηταν πολύ




συγκλονιστικό πως ο Βασίλης ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό μου, ένοιωσα ένα στον πόνο μας.
Ο πατερούλης μας δεν ζούσε πια, βγήκαμε έξω ν αναπνεύσουμε καθαρότερο αέρα. Η ψυχή του μας ακολουθούσε ευτυχισμένη και ελεύθερη. Είπα στον αδελφό μου το Βασίλη ήταν ένας καταπληκτικός πατέρας ήταν ο καλύτερος, τον αγαπούσα πολύ. Δεν θέλω νάχει πεθάνει, όμως τι καλά που ήμουν εδώ την τελευταία του στιγμή.
Αχ πατερούλη μου άσε με λίγο ακόμα να σε κρατήσω να κρατήσω το χέρι σου μέσα στο δικό μου, όπως μέπερνες όταν ήμουν μικρό παιδί και μούδειχνες τα δέντρα, τις μέλισσες τα πουλιά όπως εσύ μόνο ήξερες να μου δείχνεις τη φύση που τόσο αγάπησες.
Μούχες πει ότι θάθελες να σε θάψουμε κάτω από μια ελιά. Συχώραμε που δεν μπορώ να το κάνω.
Σαγαπώ και θα σαγαπώ πάντα.
Πάντως σε θάψαμε κοντά στην άλλη σου οικογένεια τις μελισσές σου.

22-4-94
Σήμερα πήγα να συναντήσω τη Ματίνα για να την κεράσω ένα καφέ αυτή σχεδόν με βία με τράβηξε και με ανέβασε να γνωρίσω τον ψυχολόγο της .
Κος Μανώλης ο Κρητικός ένα μικρό ανθρωπάκι με ολάσπρα μαλλιά και μια ελιά στο πρόσωπο με ταλκ σκεπασμένη με πήρε με το ζόρι για να καθίσω.
Είπα γεια σας παιδιά, στον κόσμο που ήταν εκεί, καμιά απάντηση. Εκατσα σε μια γωνιά στα κατάμαυρα ντυμένη, ήταν όλοι νέοι άνθρωποι.
Ενας νέος ο Αρης άρχισε να συζητά πως αισθάνθηκε άσχημα όταν ένας φίλος της οικογένειας, του έκανε σεξουαλικές χειρονομίες όταν ήταν μικρός και τώρα έχει πού σοκαριστεί απ αυτό το γεγονός, ήταν και η κοπέλα του εκεί πανέμορφη. Μετά ήρθε μια βυζού με έντονη τη θηλυκότητα. Όταν ήρθε μέσα ο Δάσκαλος Μανόλης άρχισε να μιλά για το στήθος της και τη θηλυκότητα της και η γυναίκα έβαλε τα κλάματα. Κατάλαβα ότι εγώ ήμουν από λάθος εκεί μέσα. Τους ρώτησα τι ώρα τελειώνει και η διπλανή μου μούπε στις δυο. Εγώ είπα ρε Ματίνα μούπες ψέματα ότι τελειώνει στις 12. Η Ματίνα έκατσε κοντά μου και εγώ της είπα ότι ήταν ψέμα ότι έφευγε στις 12 και μου πε να φύγουμε αν ήθελα. Της είπα να φύγει αυτή πρώτη. Και είπε Μανόλη η κ. Ισαβέλλα θέλει να φύγουμε. Εγώ είπα εσύ θέλεις να φύγεις όχι εμείς. Σηκώθηκα και είπα συγνώμη συνεχίστε τη Δουλειά σας Κε Μανόλη. Αυτός με τραβούσε και εγώ κατευθύνθηκα προς την έξοδο χωρίς να μ ενδιαφέρει που μου κρατούσε το χέρι σφικτά. Μ ευχαρίστησε που πήγα και μου είπε ότι ελπίζει να ξανασυναντηθούμε. Τον αποχαιρέτησα και του είπα χάρηκα που σας γνώρισα. Εβαλα τα παπούτσια μου κι έφυγα. Θε μου τι δυστυχία εκεί μέσα!! Απαπαπαπα ποτέ πια φασισμός για τόνομα του θεού.
Όταν ήρθε η Ματίνα για να πιούμε καφέ αλλά όχι πολύ γρήγορα της είπα σήκω φύγε από κει μέσα, αυτή μούπε μα τι λες τώρα μου λες τι να κάνω. Γέλασα από μέσα μου.
Γειά σου Ματίνα ο Θεός μαζί σου και μαζί μου.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 22-4-94

Ο KLAUS με πήρε τηλέφωνο και πρώτα με άκουσε αφού μου είπε τα συλλυπητήρια για τον πατέρα μου του είπα ότι ήμουν στεναχωρημένη. Μετά μου είπε ότι την




Κυριακή ήταν κιαυτός σε επίσκεψη ενός τάφου και με ρώτησε ποιος νομίζω ότι πέθανε. Του είπα μήπως κάποιος από Mattierzoll? Αυτός μούπε όχι η πρώην πεθερά μου τότε μούπε ότι πήγε στο Βερολίνο γιατί η κόρη του τον χρειαζόταν. Εγώ του είπα καλά έκανε να συμπαρασταθεί στην κόρη του που τον χρειαζόταν σαν εγώ να μην τον χρειαζόμουνα. Που τώρα τον χρειάζομαι περισσότερο από ποτέ. Τούπα ότι τον αγαπώ και θέλω να τον δω νάρθει, είπε είχε πολλή δουλειά και όλα επείγουν, είπε επίσης ότι η ορθόδοξη δοξολογία δεν του αρέσει στο Βερολίνο, στην Ελλάδα ήταν διαφορετικά. Μου είπε ότι μπροστά από το οικόπεδο έχει σχηματιστεί μια μεγάλη λιμνοθάλασσα όπως ήταν πριν εκατομμύρια χρόνια. Αισθάνθηκα δυνατή κι ότι μπορώ να τα καταφέρω και μόνη μου αλλά στην πραγματικότητα είμαι αδύναμη και θέλω τον Klaus δίπλα μου . Αυτή τη στιγμή θαφευγα για τη Γερμανία αν δεν ερχόταν αυτός στην Ελλάδα τον άλλο μήνα στις 12/5/94.



Δόξα το Θεό που του έχω κλείσει ραντεβού με την κα Κοκκίνη. Ανέπνευσα τώρα μ ανακούφιση. Τι ανασφάλειες που έχω θεέ μου.

Θυμάσαι πατερούλη που σούλεγα ότι αγαπώ όλους τους ανθρώπους; Και συ μούλεγες να μην




τους αγαπάς παιδί μου, γιατί πατέρα σούλεγα, διότι είναι πολύ κακοί οι άνθρωποι και τώρα σου λέω, εγώ τους αγαπώ ακόμα πατέρα και τους αγαπώ όλους μα όλους χωρίς εξαίρεση.

ΠΟΙΗΜΑ ΠΡΟΣ ΝΕΚΡΟ ΠΑΤΕΡΑ

Εφυγες σαν δενδράκι μαραμένο
στον ίσκιο σου εύρισκα παρηγοριά
τώρα ποιόν μούμεινε να περιμένω
εκεί μακριά στην ξενιτιά;
Το μάτι σου διαμάντι είχε στάξει
εκεί στο νεκροκρέβατο που κείσε
κι εγώ στη χούφτα μου τ όχω φυλάξει
στ αναπαϊμου τη λησμονιά σου σβύσε πατέρα,
λατρευτή μου συντροφιά πληγές μ ανοίγουνε
με τη δική σου άπνοια
Θέλω να σβήσω απ τη ζωή μου πια
παρηγοριά ζητώντας μεσ τα δάκρυα
Θέλω σιμά μου ακόμα να σε νιώσω
μένε για λίγο πριν και εγώ αποτελειώσω
Αναζητώ το χέρι σου το άδειο
Στη στενοχώρια μούδινες κουράγιο
θα σε θυμάμαι θα σε συναντήσω
και με λουλούδια τάψυχο σώμα θα γεμίσω
Χαρά μου εσύ στερνή γλυκέ πατέρα
πούφυγες κι έχασα για πάντα τον αστέρα.
Το σκοτεινό μου δρόμο ποιος θα φέξει;
Αφού τα βήματά σου έχουν στερέψει.
Σου στέλνω οδηγό σου το καντίλι
Ανάβω κάθε μέρα το φυτίλι.
Φωτάκι εσύ μοναδικό στην πλάση
Που έσβυσες προτού ναγιάσης.

Σε ένα άλλο κείμενο γράφει το προβληματισμό της με τον καρκίνο (πέθανε στις 23/12/2003)

10.11.2003
Είναι δυο χρόνια που ταλαιπωρούμαι με τον καρκίνο. Εχω περάσει πολλές φάσεις αγωνιών, χαλάρωσης, προσμονής, απελπισίας. Εχω αλλάξει σαν χαρακτήρας και σαν σώμα. Με θλίβει το γεγονός ότι έχω ξαφνικά γεράσει δηλαδή τα κύτταρά μου δεν είναι ίδια. Το πρώτο σοκ δεν ήταν όταν μου είπαν ότι έχω καρκίνο ήταν όταν μου έπεσαν τα μαλλιά μου, που ήταν μακριά.




Τάβλεπα να μένουν κάθε μεσημέρι στο μαξιλάρι μου αλλά το τραγικότερο ήταν όταν έγιναν όλα μαζί ένας μεγάλος χοντρός κότσος σαν κουβάρι πάνω απ το κεφάλι μου. Θεέ μου δεν ήθελα να το πιστέψω! Φοβόμουν τόσο πολύ να δω τον εαυτό μου στον καθρέπτη. Κανείς δεν μου είχε πει ότι στη δεύτερη χημειοθεραπεία θα μου πέφτανε όλα τα μαλλιά

Στο νοσοκομείο ήρθε ο Κλάους στις 9/12/04. Εγραψε και αυτός ποίημα για την Ισαβέλλα που δημοσιεύτηκε μάλιστα στο ετήσιο λεύκωμα ποίησης, του 2004, της βιβλιοθήκης της Φρανκφούρτης





Ένα άλλο σημείωμα στο ημερολόγιό της με ημερομηνία 30/4/1999

ΞΕΝΙΤΙΑ!
Αν κανείς δεν ξενιτευτεί, δεν ξέρει τι σημαίνει «ΠΑΤΡΙΔΑ» και ακόμα δεν ξέρει τι σημαίνει Αδελφική αγάπη & Ζωή & φίλοι!
Εδώ στην ξενιτιά της Γερμανίας έμαθα να σκέπτομαι βαθύτερα να πονώ και προ πάντως να κλαίω!
Τα δάκρυα είναι μια καταπληκτική ελευθερία που βγαίνει από τα βάθη μέσα μας.
Όταν ήμουν μικρό παιδί έβλεπα που και που τη μητέρα μου να ρουφά κρυφά κανά δάκρυ. Τότε στενοχωριόμουνα πολύ, έπεφτα στο πονεμένο σώμα της και τα αγκάλιαζα με τα δυο μου χέρια και παρακαλούσα λέγοντας. Μανούλα σ αγαπώ τι έχεις; Τη γλυκοφιλούσα τη Μητερούλα μου! Αυτή κατάπινε τον πόνο της γιατί με




αγαπούσε και τα δάκρυά της δεν φαινόντουσαν πια. Ετσι έμαθα να μην κλαίω γιατί αλλιώς θα πονούσα τους άλλους όπως εκείνη εμένα. Τώρα τι ωραία μετά από 50 χρόνια κλαίω!
Φτου ξελευθερία είναι το επόμενο παιχνίδι που έμαθα εδώ στα Γερμανόπουλα.
Πρώτα τους έμαθα να μιλούν και να εκφράζονται με τα χέρια αλλά Ελληνικά π.χ. να μουτζώνουν.
Σ ένα δένδρο όπου τα φύλαγα για κρυφτό επειδή με το «ΑΒΕΒΑΜΠΛΟΜ» ήμουνα η Μάνα μετρούσα δυνατά μέχρι το είκοσι έψς ότου οι άλλοι να κρυφτούν. Ετσι τους έμαθα κρυφτό και το δεύτερο που έμαθαν ήταν να φτύνουν στο δένδρο. Στην αρχή τους ήταν αδύνατο να φτύνουν στο δένδρο αλλά όταν μερικές φορές τους προλάβαινα στο φτύσιμο του δένδρου άρχισαν να φτύνουν και αυτοί με όλη τους τη δύναμη. Ετσι κατάλαβαν το νόημα του φτυσίματος και τους άρεσε πολύ γιατί μετά απελευθερωνότανε η αναπνοή τους.
Ωραίο πράγμα να μπορείς να φτύνεις δυνατά χωρίς να ντρέπεσαι. Το τρίτο που τους έμαθα ήταν την ξελευτερία δηλαδή ο τελευταίος που έφτυνε ελευθέρωνε όλους τους άλλους και φτύνοντας φώναζε δυνατά «ΦΤΟΥ ΞΕΛΕΥΤΕΡΙΑ». Ετσι είχε νόημα το παιχνίδι επειδή η αγωνία του κρατά μέχρι το τέλος!





Στη Γερμανία που ζω τώρα 10 χρόνια έμαθα να χορεύω και τραγουδώ ρεμπέτικα και προπάντων τραγούδια της φυλακής. Είναι τα αγαπημένα μου γιατί έχουνε πλάτος και βάθος.
Στην κουζίνα μου (όπου κοιμάμαι κι όλας ) όταν σηκωθώ το πρωί και είμαι στις κακές μου αντί ν αρχίσω τις καθημερινές δουλειές χορεύω. Τα ξύλινα σανίδια του πατώματος καλύπτει ένα χαλί στρογγυλό σαυτό απάνω μπορώ να ρίχνω τον πόνο μου.
Γυρνάω γύρω γύρω στο χαλί μου και αισθάνομαι πότε με-θυσμένη πότε κυρτωμένη προς τα μπρος ή προς τα πίσω κάπου κάπου αισθάνομαι να πέφτω πάλι να ξανα-σηκώνομαι.
Όταν μούρχονται στο μυαλό όλα που μου έχουνε συμβεί στη ζωή, παραπατώ ή ακόμα δεν σηκώνω ούτε μια στάλα σκόνη στη μύτη του παπουτσιού μου (επειδή είμαι πολύ παράξενη) και με τα δυο μου δάχτυλα τα ξεσκονίζω.

Νομίζω Ρεμπέτικο ή χασάπικο δεν μπορεί κανείς να σου μάθει, πρέπει να το νιώσεις μόνος σου και να βγει από μέσα σου τότε έχει ψυχή. Αυτό το στρογγυλό χαλάκι στην κουζίνα μου είναι πολύ εύκολο στο τίναγμα επειδή η διάμετρος του είναι δυο μέτρα δηλαδή δυο δρασκελιές μου. Ετσι δεν μπορώ να βγω ποτέ απ αυτόν τον κύκλο του χαλιού πουν τον παρομοιάζω με τον εαυτό μου και που όλα συμβαίνουν εκεί μέσα. Στο κέντρο του έχει ένα κλειστό κύκλο με διάμετρο ένα μέτρο και είναι γεμάτος με λουλούδια , χωρίζεται με μια ταινία πέντε εκατοστών από γογγύλους από την Αρχαία Ελλάδα, μετά ένα άλλο κύκλο





από σημεία με παύσεις μικρά που δηλώνουν αυτή τη στιγμή και μετά χωρισμένα λουλούδια και ύστερα πάλι γογγύλους που εξελίσσονται. Οι γόγγυλοι είναι σαν τα κύματα που παρασύρονται ο ένας από τον άλλο. Όταν προσπαθώ να χορέψω μένω όσο το δυνατόν στον εξωτερικό κύκλο όπου δεν μπερδεύομαι με τα βήματά μου.
Χρειάζεται μεγάλη αυτοσυγκέντρωση και προσοχή γιατί ο εσωτερικός κύκλος με τα λουλούδια είναι ο πιο ευαίσθητος. Εκεί μόνο γονατιστά ή με μικρά βήματα το ένα δίπλα στο άλλο πιεστικά είναι δυνατό και ο χώρος γίνεται προσκύνημα.
Κάτι άλλο που μπορείς να κάνεις στον εσωτερικό κύκλο είναι! κτυπώντας τον αντίχειρα με το μεσαίο δάκτυλο κρατάς το σκοπό και απλώνεις το αριστερό πόδι ενώ το δεξί πάντα προς το μέσον του κύκλου ρίχνοντας όλο το βάρος του σώματος σ αυτό, δηλαδή προς το μέσον του κύκλου και με μια απότομη κίνηση σου σαν να μην προς τα μπρος ξανασηκώνεις όλο το σώμα ρίχνοντας τώρα το βάρος στο άλλο πόδι που έχει πάει πίσω. Ετσι ξανασηκώνεσαι από τα βάθη του είναι σου που είναι ο Μεσαίος κύκλος με τους γογγύλους και όπου εκεί απάνω είναι όλη οι Ανθρωπίδες όπως λέει ο συμβίτοράς μου. Οι φωνές που βγαίνουν κατά




διαστήματα από το στόμα είναι για ανακούφιση από τις καταπιέσεις του εσωτερικού . Το ΑΧ ή το ΑΪΝΤΑ ή το ΟΠΑ και στο ΟΠΑ που παραλίγο να πέσω σκέφτομαι «Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ Η ΣΟΡΟΠΑ» και γελώ. Αυτά τάμαθα δεκαετία του 60 όπου ήταν μόδα μερικά ιδιαίτερα λεξιλόγια.
Ένα τραγούδι λέει «ΟΠΑ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ Η ΣΟΡΟΠΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΡΑ ΤΗΝ ΜΕΤΡΩ ΕΝΑ ΠΑΡΑ» δηλαδή η κοινωνία δεν έχει καμιά αξία!
«ΑΪΝΤΑ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ Η ΑΛΑΝΑ»
ΑΛΑΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΝΑ Μεγάλο οικόπεδο όπου τα παιδιά έπαιζαν μπάλα και κρυφτό ανενόχλητα.
Γιατί άραγε κλαίω όταν θυμάμαι τα παλιά καλά χρόνια; Ητανε υπέροχα! ΥΠΕΡΟΧΑ!
Κάτι άλλο που κάνω με τον κύκλο του χαλιού μου που είναι ο εαυτός μου, είναι ότι στέκομαι στην άκρη του, δηλαδή πατώ με τα πόδια μου μόνο στην περιφέρεια σηκώνω τα χέρια μου σε έκταση ή έκσταση όπως έλεγε η γυμνάστριά μου και χορεύω πάλι προς το κέντρο ή με μικρά βήματα μπρος πίσω ή ρίχνω το κεφάλι προς το κέντρο του εσωτερικού κύκλου. Ετσι συγκεντρώνομαι στα χέρια και στα πόδια για να μην πέσω.
Α! Ρε ωραία Ελλαδίτσα μου σκέφτομαι και Γαμώτο…….ΑΑΑΧ! ΞΑΛΑΦΡΩΣΑ!

30/4/1999


Πάρος 5/99

Ο φίλος μου ο Χασάν.

Πριν μερικά χρόνια στην Παροικιά μπορούσες να φας κιόλας στο «PORT ΚAFEΕ” αυγά τηγανητά με μπέικον , τώρα είναι πανάκριβα. Τότε ήταν η μέρα που πρωτόρθα από τη Γερμανία και πεινούσα.
Εκατσα λοιπόν με το πρόσωπο στον ήλιο και μένα χαμόγελο μέχρι ταυτιά, στο «PORT ΚAFEΕ” και περίμενα τα τηγανητά αυγά με το μπέικον. Μόλις φθάσανε μυρωδάτα έφθασε και ένας μικρός χαριτωμένος σκύλος και με κοιτούσε κουνώντας την ουρά του. Τα αφεντικό του φώναξε και γω τον ρώτησα. Μπορώ να του δώσω λίγο ψωμί; Μούκανε ένα καταφατικό νόημα, ο μικρόσωμος άντρας μελαψός με φαλακρίτσα και μια μύτη σαν πατάτα. Πήρα ένα κομμάτι μπέικον και τόδωσα στο σκυλάκι. Αυτό σηκώθηκε στα πίσω πόδια και ακούμπησε την ποδιά μου με λαχτάρα! Του τόδωσα όλο το κομμάτι. Ξαφνικά κατέφθασαν 5 – 6 άλλοι αληταράδες κοπρόσκυλοι. Κοίταξα το μελαψό κοντούλη Αιγύπτιο. Είχε δυο πανέμορφα μάτια όλο καλοσύνη κι ένα παιδικό χαμόγελο
σαν να χαιρότανε! Τότε έδωσα και τα άλλα μπέικον στα πεινασμένα σκυλιά έδωσα και όλο το ψωμί βουτηγμένο στα μάτια ταυγά. Σηκώθηκε ο κοντούλης Αιγύπτιος και με ρώτησε αν του επέτρεπα να καθίσει στο τραπέζι μου, χωρίς να προλάβω να του απαντήσω πήρε μια καρέκλα και κάθισε! Τάχασα , άντε τώρα σκέφτηκα καλά ξεμπερδέματα! Είχα και απασχόληση γιατί δίπλα σταυγά έγραφα γράμμα στον άνδρα μου στη Γερμανία! Ακουσα τη φωνή του να μου λέει , μα εσύ δεν έφαγες τίποτα! Ω δεν πειράζει δεν πεινούσα να έτσι τα παράγγειλα από ενθουσιασμό. Ξέρεις είμαι ξενιτεμένη, δεν ζω στην Ελλάδα. Είμαι πολύ ευτυχισμένη για τον ήλιο τη θάλασσα, γιαυτό τον ουρανό, για τα ζώα και τους ανθρώπους. Όλα αυτά θέλω να τα γράψω στον άνδρα μου αλλά σκέφτομαι να μην τον στεναχωρήσω γιαυτό προτίμησα να φάω. Ομως αγαπώ πολύ τα ζώα! Πως σας λένε;
Α! ναι συγνώμη ξέχασα να πω τόνομά μου , είπε: Χασάν!
Από πού είσαστε;
Από Αίγυπτο!
Αίγυπτο αχ! τι ωραία η Αίγυπτος, την αγαπώ πολύ.
Πήγες εσύ;
Ναι πέντε φορές! Από ποιο μέρος είσαι;
Από Κάιρο!
Ω τι ωραίο το Κάιρο, το «Χανάν Χαλίλ», οι πυραμίδες οι άνθρωποι, οι μυρωδιές. Δάκρυσε ο ανθρωπάκος. Εγινα πιο συνεσταλμένη!! Τα φαγητά σαρέσουνε;
Ναι πολύ!
Εγώ καλέσω εσένα σήμερα φάμε.
Όχι ευχαριστώ.
Μα εγώ μαγειρέψω εσένα Αιγυπτιακά1
Δηλαδή σαν τι;
Θα δεις θέλεις;
Θέλω τούπα.
Σίγουρα;
Σίγουρα τούπα.
Μούπε που κάθεται και το απόγευμα πήρα ένα κρασί και πήγα σπίτι του!
Όταν μπήκα στην κουζίνα τάχασα. Ηταν σκουπιδότοπος, το τραπέζι στρωμένο με λαδωμένες εφημερίδες και στο πάτωμα κάτω πεταμένα όλα τα σκουπίδια του κόσμου που τάσπρωχνες με τα πόδια για να καθίσεις. Εκεί ήταν και ο σκύλος που με κοιτούσε με απορία. Ο Χασάν κατάλαβε και είπε θάρθω αμέσως. Εφυγε και εγώ βρήκα μια σκούπα και άρχισα να καθαρίζω! Γύρισε με πολλά ολόφρεσκα μπαρμπούνια και τάχασε όταν είδε την κουζίνα παραμορφωμένη. Δεν είπε τίποτα! Εγώ πήρα τα ψάρια , παραμέρισα, τάπλυνα στο νεροχύτη και άρχισα να καθαρίζω ένα ένα. Ο Χασάν είπε μα έτσι θαργίσεις, θέλουν πολλή ώρα.
Είπα δεν πειράζει μ αρέσουν καθαρά. Χωρίς να μιλά ετοίμασε ένα πολτό από σκόρδο, κρεμμύδι και σαφράν και τα έτριψε μένα μπουκάλι. Αρχισε να γεμίζει τις κοιλιές των μπαρμπουνιών.
Τάψησε στο τηγάνι, ήταν πανόστιμα ! Ημουν φοβισμένη και μούπε, γιατί φοβάσαι;
Τούπα γιατί δεν σε ξέρω!
Εγώ φίλος είπε.
Ναι αλλά δεν σε ξέρω!
Καλός άνθρωπος όχι φοβάσαι.
Σ ευχαριστώ πολύ για το ωραίο φαγητό αλλά θέλω να φύγω τώρα.
Θέλεις να δεις τηλεόραση;
Όχι θέλω να φύγω!
Εντάξει, εντάξει θα σε δω άλλη φορά.
Ο Χασάν, από τότε πέρασαν τρία χρόνια, πάντα με χαιρετούσε με το χαμόγελο στα χείλη.
Εσύ πολύ καλή γυναίκα μούλεγε. Γειά σου φίλε μου τούλεγα.
Σήμερα με φώναξε να με κεράσει ένα καφέ και μούπε παίζεις ουϊσκάκι;
Εγώ δεν κατάλαβα αλλά τούπα, δεν πίνω ουίσκυ.
Όχι είπε αν παίζεις σκάκι.
Α! μ αρέσει πολύ.
Τότε ραντεβού το απόγευμα.
Πήγα σπίτι του , που ήταν πεντακάθαρο και ίδρωσα να τον νικήσω, δυο φορές με μεγάλη δυσκολία. Αλλά κι αυτός τάδε σκούρα. Λοιπόν αυτός είναι πονηρός ή έξυπνος ή και τα δύο. Ισως κάνεις ένα λάθος είπε! στο σκάκι και κερδίσω εγώ τότε!
Το δεξί του χέρι ήταν πρησμένο γιατί τον είχε κτυπήσει μια δράκαινα και τον δείκτη δεν μπορούσε να τον λυγίσει. Προσπάθησα να του κάνω τη θεραπεία που ήξερα από τη Γερμανία. Δυσκολευότανε πολύ να χαλαρώσει το χέρι του. Όταν του το τσιμπούσα για καλύτερη κυκλοφορία η κοιλιά του γουργούρισε. Τότε τούπα μίλησε η κοιλιά σου; Ναι είπε ξαφνιασμένος, τούπα ξέρω το φάρμακο!
Ποιο είναι;
Να βρεις μια γυναίκα που να σου κρατά το χέρι Χασάν!
Αυτός γέλασε σαν μικρό παιδί με το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω και ένα χαμόγελο ως ταυτιά!
Εχεις δίκιο μούπε αλλά αυτό δύσκολο!
Και προπαντός νάναι από την πατρίδα σου. Τούπα να κάνει και παιδιά.
Μούπε γιατί από πατρίδα;
Διότι παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι και μπαλωμένο!
Είσαι καλή φίλη, μούπε. Τούπα μπράβο που με κατάλαβες!
Μούπε εσύ γιατί θέλεις βοηθήσει εμένα;
Τούπα επειδή σε κέρδισα στο σκάκι και από αύριο, αν σε δω στο καφενείο θα σε ρωτήσω αν βρήκες το φάρμακο για το χέρι σου.
Εσκασε στα γέλια, τον χαιρέτησα και μούδωσε το χέρι του με μια κίνηση σαν να έλεγε κόλα το!!
Γειά σου φίλε μου Χασάν,








Αιμιλία

Ή Αιμιλία σήμερα ήταν έξω φρενών. Οι διπλανοί δεν την άφηναν να κοιμηθεί επειδή η κουζίνα τους είναι κάτω από την κουζίνα της Αιμιλίας, δυστυχώς φωνάζουν μέχρι τις τρεις το βράδυ! Ετσι όταν σήμερα Παρασκευή, μέσα του Σεπτέμβρη, άρχισαν να αραιώνουν οι τουρίστες, έφυγαν και μερικά εγγονάκια της διπλανής. Η Αιμιλία αναθάρρησε και τους είπε με προσποιητή ευγένεια!!
Φεύγετε φεύγετε ; και όταν αυτοί απάντησαν, όχι οι μισοί, η Αιμιλία τους είπε Α! κρίμα…καλό ταξίδι καλό ταξίδι.


Πάρος 22/11/00

Ο καιρός δεν λέει να χειμωνιάσει. Τέλος του Νοέμβρη και κολυμπώ στη θάλασσα. Τα πρώτα τρία λεπτά είναι δύσκολα μετά ζεσταίνεται όλο το σώμα,
Χτες ήτανε τα Εισόδεια της Θεοτόκου και η Κυρά Αιμιλία που μένει απέναντί μου, στο 1,80 απόσταση από μένα μούπε!
Κα Τζαβέλλα θα πάτε στην Εκκλησία; Σήμερα είναι τα Ισόγεια της Παναγίας. Σκέφτηκα λίγα λεπτά μέχρι να καταλάβω τι εννοούσε . Αυτή τη γειτόνισσα την αγαπώ πολύ. Είναι και ο σύζυγός της ο Κος Γιώργος που κρατάει μπαστούνι γιατί πονάνε τα πόδια του. Πολύ καλοί άνθρωποι, απλοί αλλά ειλικρινείς. Σήμερα συζητούσαμε και για το νερό που πάει να εκλείψει στην Πάρο.
Είπα λοιπόν στην Κα Αιμιλία ότι χθες είχα πάει σε μια συγκέντρωση του νυν Δημάρχου και μου έκανε εντύπωση ότι για τα έργα ύδρευσης που χρειάζονται αν γίνουν, πρέπει να ξοδευτούν 3 δις δραχμές. Όμως το κτίριο που αγόρασε η Δημαρχία κόστισε 300 εκατομμύρια.
Η Κα Αιμιλία ακούγοντας αυτά τα ποσά και ότι το παλιό Δημαρχείο θα γίνει γηροκομείο είπε:
Δεν φέρνουνε κανένα γιατρό που έχουμε μόνο Παθολόγους δηλαδή να φέρουν και κανένα Καρδιολόγο και κανένα Παιδολόγο. Ναι της είπα έχεις δίκιο.
Μόνο να δίνουνε τα λεφτά για τον εαυτό τους ξέρουνε.


Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΟΥ

Σήμερα η Αιμιλία εξηγούσε στον άνδρα της γιατί το πουλόβερ του, που άνοιξε και ξεχείλωσε.
Του φώναζε λοιπόν, άνοιξε με το καλοκαίρι άκουσες;
Ανοιξε, Ανοιξε είπε ξεφωνίζοντας τα άκουσες ού! ού! τάκουσες κουφάλογο;
Κος Γιώργος: Τάκουσααα! Είπε στριγκλίζοντας στα ού. Αυτός τρομαγμένος λέει εγώ είμαι έτοιμος να φουντάρω.
Αυτή άρχισε να βρίζει! Τώρα τι να του πάω του Παναγιώτη (που είναι ο αδελφός της), δεν τον κάνω κέφι και γιαυτό δεν ξέρω τι να του πάρω τώρα που θα πάω.
Να μην του μιλάς του Παναγιώτη να μην του λες τίποτα για μένα δεν τον γουστάρω με τίποτα, δεν τον γουστάρω να μην του λες τίποτα άκουσες; λέει ουρλιάζοντας.
Κος Γιώργος: Σώπα σ ακούει και η γυναίκα (εγώ).
Αιμιλία: Εφυγε δεν μ ακούει.
Κος Γιώργος: Εγώ του λέω ότι τον αγαπάς.
Αιμιλία: Να μην του λες ότι τον αγαπώ, τον σιχαίνομαι, το τομάρι. Και δεν έχω και που να πάω το χειμώνα. Είναι κρύο. Το καλοκαίρι κάθεσαι κει σε κανένα παγκάκι. Τον σιχαμένο, το γομάρι. Η καημένη η Μιμή καλά μουτάλεγε ότι είναι Γομάρι.
Ας κάνει πως αφήνει την Κατίνα και θα ξεραθεί. Σκάσε εσύ.
Κος Γιώργος: Εγώ δεν πάω συχνά.
Αιμιλία: Σκάσε. Ετσι ήτανε η μάνα μου, κακιά γυναίκα ήτανε.
Κος Γιώργος: Πολύ κακιά και όλοι είσαστε σαν αυτή.
Αιμιλία: Ο πατέρας μου ήτανε χρυσός άνθρωπος. Αυτή η σκατένια με κατηγορούσε. Ελεγε πάλεψε μέσα απ τα νερά της μ έκανε.
Κος Γιώργος: Ναι η μάνα σου ήτανε κακιά γυναίκα.
Αιμιλία: Η μαύρη μου η τύχη που μέφερε εδώ κυρά Αννα μου (Η Αννα είναι γειτόνισσα που καμιά φορά πάει η Αιμιλία και τα λέει).
Βρε να μην έχω σπίτι να σηκωθώ να φύγω.
Το κάθαρμα θέλει να πουλήσει το σπίτι που κάθεται, ο κοντοστούπαλος, το πήρε και του το φαγε κ. Κωστούλα. ΧΑΜΕΕΝΟΣ! ήτανε ο άλλος από κάτω που τον έβλαψε, βρε να πουλήσει το σπίτι στην Αθήνα. Πόσο το πήρε; Κάνει τη φωνή της λεπτή σαν τη γυναίκα του Παναγιώτη και λέει. Το παιδί μου για το παιδί μου μην το συζητάτε μην το λέτε (δηλαδή έλεγε μην το γλωσσοτρώτε).
Πουτάνα παλιοβρόμα!!
Κος Γιώργος: Ακου, Ακου (το τηλέφωνο ντριν, ντριν)
Αιμιλία: Α !!! γεια σου Βούλα μου, τι κάνεις Βουλίτσα μου; (καλά είναι καλά είναι) γρήγορος ρυθμός. Δεν ξεχνάς επιτέλους, Δεν ξεχνάς επιτέλους. Τι; Δεν είμαστε καλοί; Εσύ ξέρεις αντοχή και κουράγιο νάχει ο άγιος Ανδρέας να σου φέρει κουράγιο. Χάρηκα Βουλίτσα μου δεν μπορώ να σε ξεχάσω. Ατυχη είσαι Βούλα μου, άτυχη. (Μπράβο Βούλα μου, άφησε την καλή γυναίκα και πήρε την Πουτάνα). Υστερα λένε για μένα, άστηνε, άστηνε.
Κος Γιώργος: Ξέχασες να της πεις τα χρόνια πολλά.
Αιμιλία: Ξέχασα, ξέχασα το να κάνω!
Ξέρεις γιατί πρέπει να της πω τα χρόνια πολλά, γιατί θα πάει και η Κατίνα και θα τις τα πει.
Καλά τούκανε η άλλη τούδωσε τα βρεγμένα του και έφυγε, γιατί δεν του άρεσε η καλή γυναίκα, μόνο πήγε στην πουτάνα.
Κος Γιώργος: Αυτός γύριζε στο βουνό με τα ζώα.
Αιμιλία: Ε γιαυτό δεν την υπολογούσε , τι να κάνει; αυτός δεν είχε φαΐ να φάει. Τι νάκανε πώς να θρέψει το παιδί της;
(τα λέει στον Παναγιώτη). Της έδωσες φαΐ να φάει; μόνο φιλούσες τα ζώα στο βουνό. Η καημένη η Κούλα! (σηκώνεται ο κ. Γιώργος να φύγει. Κουτσαίνοντας πάει προς την αγορά και με το μπαστούνι του σπρώχνει το πιατάκι της γάτας μου στο πλάι.
Η Αιμιλία διώχνει νευριασμένη τις γάτες που μαζεύονται έξω από την πόρτα της. Μετά παραμιλά μόνη της.
Πουτάνα κοινωνία μέχρι πότες μέχρι πότες θαντέξω αυτό το σακάτη.
Άιντε φύγε να ησυχάσω. Κάτσε στην αγορά χαραμοφάη.
Βαρέθηκα να τον βλέπω μπροστά μου. Ψοφάλογο. Ολο θέλει να μου κάνει κουμάντο στην κουζίνα.
(Η κουζίνα είναι 2.00 μ Χ 2.00 μ, μικρή και δεν αντέχει τον άνδρα της μέσα γιατί δεν μπορεί να κινηθεί)
Όταν αρρώστησε ο Κος Γιώργος και έπαθε προστάτη μου είπε:
Αστα κα Τζαβέλλα μου , τα βάσανά μου δεν λέγονται, φοβάμαι μην μου πέσει και τι θα κάνω (εννοεί να μείνει κατάκοιτος). Αρχίζει να τσιρίζει μανιακά, Παναγία μου και Αγιοι Απόστολοι βάλτε το χέρι σας να μην μου πέσει και τι θα γίνω η δύστυχη.
Προχθές τον πήγα στους γιατρούς. (κτυπάει το τηλέφωνο) Ντριν, Ντριν, Ντριν.
Σκάσε βρε κουφάλογο και συ με ξεκούφανες! (στο τηλέφωνο είναι πάντα προσποιητά ευγενής)
Μπρος Α! ναι Κατίνα μου τι κάνετε;
Αστα Κατίνα μου, ο Θεός με λυπήθηκε. Ε ναι ο Γιώργος, τον εφοβήθηκα, δεν μπορούσε να κατουρήσει, εδώ και πολλές μέρες δεν μου τόλεγε.
Βέβαια τον πήγα σήμερα.
Στον Παθολόγο μετά στον Γυναικολόγο και στον Κτηνίατρο. Εκεί στο Νοσοκομείο του βρήκανε λέει προστάτο, ξέρεις εσύ τι είναι αυτό;; Ισως ασθένεια του νεφρών γιατί έκανε πολλές μέρες να κατουρήσει.
Αιμιλία: (έρχεται ο κος Γιώργος), Πάλι γύρισες;
Κος Γιώργος: Που μιλάς στο τηλέφωνο;
Αιμιλία: Και τι σε νοιάζει εσένα που μιλώ.
(ΩΡΙΕΤΑΙ) Ακου εκεί θέλει να μου κάνει έλεγχο! Αντε να δούμε ακόμα τι θέλεις; Δεν μπορώ τους ελέγχους σου συνέχεια. Παναγία μου, Αγιε Θεράποντα, πάρε με, να ησυχάσω, να μην το δω αυτό το κακό που είναι να γίνει.
Τσιρίζει, κτυπιέται.
Κος Γιώργος: Προσπαθεί να την καθησυχάσει. Βρε ηρέμησε, τι φωνάζεις, τι θα λέει η γυναίκα, απέναντι; (Αυτό το λέει για μένα)
Αιμιλία: Δεν ακούει εξεπόρτισε πάλι. Αυτή όλο ξεπορτίζει η τυχερή, δεν έχει κανένα, κάνει ότι γουστάρει.
Ε ρε νάχα δικό μου σπίτι και θα σούλεγα, θάβλεπες να γίνονται τα απραγμάτιστα.
Εφερες τα χόρτα;
Κος Γιώργος: Όχι δεν βρήκα.
Αιμιλία: (Ωρύεται). Καλά και τι έκανες τόσες ώρες; βόλτες; Αλλά εσύ ακαμάτη μόνο βόλτες ξέρεις να κόβεις.
Αιμιλία: Αχ Θεέ μου λυπήσουμε. Τι θα φάμε βρε σήμερα;
Κος Γιώργος: Σκατά!
Αιμιλία: Να τα φας ! μόνος σου δε θα σου κάνω παρέα.
Κος Γιώργος: Σκάσε, η γυναίκα σακούει.
Αιμιλία: Αφού σούπα, ξέχασες πάλι, δεν είναι εδώ!
Κος Γιώργος: Βρε δεν την ακούς γελάει!
Αιμιλία Σκάσε βρε κουφάλογο. Ξέρω εγώ τι λέω.
Παλιοπαριανέ που με ξελόγιασες. Κι ήμουνα όμορφη σαν τα χιόνια.
Κος Γιώργος: Βρε τι τραβάω!
Αιμιλία: Εσύ τραβάς; εσύ μόνο τραβάς και τώρα που τραβάς ποιος ξέρει τι θα τραβήξω.
Κος Γιώργος: Βγαίνει πηγαίνοντας στην μικρούλα τουαλέτα (1,20 Χ 0,70 μ), που είναι έξω από την κουζίνα.
Αιμιλία: Κατουράς;
Κος Γιώργος: Όχι δεν μπορώ.
Αιμιλία: Ε! ΚΑΤΟΥΡΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ. Με μπάφιασες. Και μην ξεχάσεις να πλύνεις τα χέρια σου, γιατί έπιασες το πουλί σου.
Κος Γιώργος: καλά καλά, σκάσε, βγαίνοντας από την τουαλέτα.
Αιμιλία: Τάπλυνες;
Κος Γιώργος: Τι;
Αιμιλία: Κουφάλογο! (φωνάζοντας), τάπλυνες τα χέρια σου; Σούπα πλύνετα γιατί σιχαίνομαι, σε ΣΙΧΑΙΝΟΜΑΙ!
ΠΑΝΑΓΙΑ μου τι σιχαμένος άνθρωπος, πως ζω μαζί του, να πεθάνει να ησυχάσω, (ψευτοκλαίει, για το θάνατο, που τον έχει ήδη θάψει.
Αχ τι θα κάνω μόνη μου, άμα πεθάνει!
Κα Τζαβέλλα μου θέλω κι εγώ να τελειώσω, δεν αντέχω άλλο. Μυξόκλαιει.
Εγώ είχα κάνει ότι δεν ήμουν σπίτι και ότι γύρισα. (έφυγα κρυφά και γύρισα φανερά).
Πέφτει στην αγκαλιά μου, (χωρίς να είναι και πολύ σίγουρη ότι έλειπα). Αχ θα πεθάνει και τι θα κάνω!!
Ισαβέλλα: Βρε Αιμιλία μην κάνεις έτσι, εσύ τον έθαψες από τώρα.
Αιμιλία: Ναι δίκιο έχεις, μα δεν αντέχω πια.

Το όλο θέμα, μου θύμισε Αρχαία τραγωδία. Τι υπέροχη γειτονιά, ζωντανή, ανθρώπινη, με όλο το χιούμορ και τη δυστυχία της.

Παρατήρηση Β.Μ.
Υστερα από λίγες μέρες, όπως μου είπε τελευταία η κα Αιμιλία, η Ισαβέλλα τους πήρε με έξοδά της και τους πήγε στη Σύρο, στο Νοσοκομείο όπου έκανε εγχείρηση προστάτη ο κος Γιώργος. Εμεινε τέσσερις μέρες σε ξενοδοχείο με την κα Αιμιλία όσο ο κος Γιώργος ήταν στο Νοσοκομείο.


Κουφονήσια!
Βρίσκομαι στη μέση ενός βουνού κάτω από μια φίδα με τη μικρή σκηνή μου
Ο ήλιος μόλις ανατέλλει μέσα απ΄ τη θάλασσα.
Μεγάλος κόκκινος δίσκος. Ολη η φύση εγείρεται, τα κοκόρια αναγγέλλουν το πρωινό ξύπνημα. Το τοπίο είναι κατάξερο και η γη σκεπασμένη μόνο με πέτρες. Χώμα βλέπεις μόνο κάπου κάπου. Είμαι σε νησί και γύρω γύρω βλέπω άλλα νησιά, άλλοτε με ψηλά βουνά, άλλοτε γυμνά χωρίς σπίτια και άλλοτε χαμηλά, μόνο μύτες γης, πάνω στη θάλασσα απλωμένες. Οι βαρκούλες πάνε να μαζέψουν τα δίχτυα τους. Το βουνό μου είναι καλυμμένο με αγκάθια που έχουν κυκλικό σχήμα και μοιάζουν με μεγάλα κεφάλια.
Η θάλασσα πεντακάθαρη, το πρωινό το μπάνιο πανδαισία, βουτώ πολλές φορές γυμνή για να το ευχαριστηθώ. Αυτό το άγνωστο νησί μ΄ έχει μαγέψει.





Αισθάνομαι τη γλύκα του εξερευνητή, συχνά αφουγκράζομαι τους θορύβους του περιβάλλοντος. Είναι εκείνες οι στιγμές που στυλώνω τ αυτί για καινούριες ακουστικές εμπειρίες. Από μακριά ακούγονται συνεχή κύματα να σπάνε στα βράχια. Βουτώ ξανά στο φυσικό λιμανάκι κοντά στη σκηνή μου και βγάζοντας το κεφάλι απ το νερό βλέπω ένα υπέροχο μαύρο πουλί με τεντωμένο λαιμό να πατά ίσα ίσα πάνω απ τη θάλασσα και με υπέρτατη ευγένεια στην κίνηση ν ακουμπά τη μια του φτερούγα πάνω στο νερό και με ταχύτητα βολίδας να διασχίζει τον αέρα με το άλλο το φτερό τεντωμένο προς τα πάνω. Εβγαλα μια κραυγή θαυμασμού εντυπωσιασμένη




Εδώ είναι όλα πιο φυσικά και όχι τόσο τουριστικά.





Στον ταξιάρχη επάνω τον είδα φαρδιές πλάτες γύρω στα 35 μόνο μένα βρακί να χαϊδεύει το δίχτυ, τα άφηνε να περνά ανάμεσα στα χέρια του, με το δεξί το χούφτωνε και με το ζερβί το τραβούσε. Ετσι απαλά τα άφηνε να περνά ανάμεσα στα δάχτυλα κι όταν ένοιωθε μια πετρούλα, την θρουλούσε ανάμεσα στα δάκτυλα, φωνάζοντας έλα, έλα βρε σ ένα καμιόνι που φάνηκε να κάνει όπισθεν στην προβλήτα. Μετά εξαφανίστηκε κάτω από ένα αυτοσχέδιο κιόσκι από τέσσερα ξύλα είχε στηθεί μια καλύβα του Καραγκιόζη σκεπασμένη με κλαριά από φοίνικα για σκιάδι δυο ψαράδων που έραβαν τα δίχτυα. Μια γυναίκα καθισμένη, κι αυτή κάτω από το σκιάδι, σε μια καρέκλα, αρκετά γεμάτη τόσο που τα κωλομέρια της περίσσευαν δεξιά κι αριστερά του καθίσματος. Είχε ακουμπήσει τα αριστερό της χέρι στο πίσω μέρος της καρέκλας που έμοιαζε να την αγκάλιαζε. Η χαίτη των μαλλιών της, έλουζε την ευτραφή πλάτη. Είχε δεμένα πίσω μαύρα κατσαρά μαλλιά που ξεχύνονταν στην πλάτη ακουμπώντας σένα υπέροχο μπλε σκούρο φόρεμα που το φόντο έδινε περισσότερη ένταση σ όλη την κόμη. Δυο ψαράδες πιο κει, κάτω απ τα πόδια της έραβαν ανακούρκουδα τα δίχτυα και η ηρεμία που δημιουργούσε το περιβάλλον έφθανε βαθιά μέσα σου και πρωτόγονα αισθήματα σε κυρίευαν. Δεν μπορούσα πια να καθίσω στην καρέκλα. Κατέβηκα και έκατσα χάμω στη γη. Ηθελα να ήμουν ένα μ αυτούς τους υπέροχους απλούς πρωτόγονους. Δε σίμωσα κοντά γιατί ήθελα να είμαι μόνη θεατής στο υπερθέαμα που με συγκλόνιζε. Αυτά θέλω να τα απολαμβάνω από μακριά, όταν μ ενδιαφέρουν πολύ, γιατί νομίζω αν κάτσω κοντά τους θα χάσω τη θέα.
Στα βράχια γύρω ακούγεται ένας υπόκωφος θόρυβος γιατί υπάρχουν σπηλιές στην ακτή όπου χώνονται τα κύματα μέσα και δημιουργούν δίνες. Μοιάζει με μουσική που έρχεται από την Κόλαση. Οι γλάροι κάτασπροι σκορπισμένοι στη θάλασσα κοντά στ άσπρα καραβάκια αποτελούν μια συντεχνία στο ζωγραφικό πίνακα του τοπίου. Και τώρα αισθάνομαι σαν ανακαλύπτω καινούργιους κόσμους μυθικούς . Να φταίνε οι αρχαίοι αμφορείς που ανακάλυψα μέσα στο καφενείο γύρω γύρω στα ράφια και θαμπώθηκα από την ομορφιά των ευλύγιστων γραμμών τους;
Η ποίηση γέμισε τα σωθικά μου.
Μούπαν να προσέχω τα φίδια εκεί που μένω μόνη μου . Πάνω στο άδειο βουνό έχει τυφλίτες και οχιές. Πράγματι το σκέφτηκα από την αρχή όταν πάτησα το πόδι μου σ αυτό το τοπίο αλλά αυτό ήταν που με προσέλκυσε, η αγριότητα του τοπίου.





Με ρώτησαν οι κάτοικοι γιατί είμαι εδώ και τους είπα ότι ψάχνω ν αγοράσω κανένα στάβλο! Με ρώτησαν γιατί στάβλο και τους είπα μ αρέσει η μυρωδιά των ζώων, γιατί σε στάβλο μεγάλωσα! Με κοιτούσαν με πολλά ερωτηματικά. Δεν πίστευαν σ αυτά που άκουγαν. Όμως ήταν αλήθεια. Η μυρωδιά αυτή με συγκινούσε από παιδί, η αληθινή μυρωδιά του στάβλου που είχα ξεχάσει. Ειδικά η ζεστασιά που αναδίνουν τα σώματα των ζώων όταν έμπαινα μέσα στο στάβλο. Εκεί που ξεγεννούσαν οι αγελάδες και εγώ έτρεχα όταν ο πατέρας μου , που ήταν διευθυντής της Γεωργικής Σχολής Ασωμάτων, μου ανακοίνωνε το γεγονός, για να δω πως γεννούν, για να συμπαρασταθώ στο θαυμάσιο μυστήριο της γέννησης. Ηταν τότε που περίμενα να σταθεί το μικρό μοσχαράκι στα τρεμάμενα πόδια του που είχαν κατεύθυνση προς τα έξω και μερικές φορές έπεφτε κάτω γιατί έχανε την ισορροπία του. Τότε γύριζε η μητέρα του με σχεδόν πονεμένο βλέμμα για να το προλάβει. Εβγανε μια απέραντη αγάπη απ την κίνηση που έκανε όλος εκείνος ο όγκος με τις θαυμάσιες μαύρες βούλες. Τότε πρόσεχα τα ρουθούνια της που ήταν υγρά και τη γλώσσα της που άφηνε να τρέχουν τα σάλια από το στόμα. Ημουν 7 χρονών και παρατηρούσα αυτόν τον όγκο που γυρνούσε όλο αγάπη προς τα εμένα γιατί ήξερε πως κι εγώ ήμουν μικρό παιδί σαν το παιδί της. Μούριχνε βλέμματα όλο γλύκα γιατί είχε γεμίσει από αγάπη με τη γέννηση του παιδιού της. Ακόμα τώρα τη βλέπω μπροστά μου να με κοιτά με τα υγρά πανέμορφα μάτια της και να ανοιγοκλείνει τις βλεφαρίδες με έκφραση Ντίβας.
Στάβλο λοιπόν θέλω να αγοράσω για να ξαναμυρίσω το σανό για να ξαναξαπλώσω και να χωθούν στα ρούχα μου και να με γαργαλούν τα άχυρα , που ο πατέρας μου τάψαχνε το βράδυ γιατί δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Στο χώρο του στάβλου αισθάνομαι ελεύθερη γιατί εκεί απελευθερώνονται οι αισθήσεις μου και αφήνομαι στο υγιεινό περιβάλλον.
Μερικοί ψαράδες μιλάνε μεγαλόφωνα για τις τιμές που έχουν αυξηθεί40 ευρώ από το καΐκι οι αστακοί. Πόσο να τους πουλήσουμε 40 ευρώ μαγειρεμένους, δεν είναι λογικό. Σαυτή την ταβέρνα όπου μαζεύονται οι ψαράδες. Εχει καλό ψάρι. Το νησί έχει κουφώματα και μεγάλες τρύπες. Το τοπίο έχει μια τραγικότητα και είναι άγριο.





Η θάλασσα πεντακάθαρη με τα θαυμάσια τυρκουάζ χρώματα, λόγω της άσπρης άμμου του βυθού.
Μου λείπει αφάνταστα ο Νικόλας, τον σκέπτομαι κάθε λεπτό και υποφέρω. Όλα τα συζητώ μαζί του, θάθελα να κολυμπήσουμε μαζί σαυτή την απέραντη γαλαζοπράσινη θάλασσα. Τα κουφονήσια μ αρέσουν πολύ γιατί έχουν μια άγρια ομορφιά. Μαρέσει επειδή αγαπώ την ελευθερία. Αισθάνομαι απέραντα ελεύθερη και πρώτη φορά δεν θέλω ν ανήκω σε κανένα, μόνο θέλω να είμαι ο εαυτός μου.


ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΚΚΙΝΗΣ

Αν τα νιάτα ήξεραν και τα γερατειά μπορούσαν





ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΤΕΛΗΣ
Και τα έτη αυτού εβδομήκοντα, εν δυναστείες ογδοήκοντα, τα πλείονα αυτών κόποις και μόχθοις

Κος ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΚΑΛΕΣΤΟΣ (3/7/99)

Παλιά οι γυναίκες φορούσανε μαξιλαράκια από πίτουρα (βάτες) για να φαίνονται ωραίες.
Ετσι βγήκε το τραγούδι:
Εσεις λιμοκοντόρισες με τα ψηλά τακούνια που δεν αφήσατε πίτουρο για πίτουρο να φάνε τα γαϊδούρια.

Επίσης (πριν από 90 χρόνια) έκοβαν τις μύτες από τα μυτερά παπούτσια των ανδρών που ήταν της μόδας, επειδή ήταν άπρεπο.

Επίσης την εποχή που ήταν δικτάτορας ο Πάγκαλος, ο παππούς του σημερινού, κυκλοφορούσε το ανέκδοτο:
Δεν μ αρέσουν του Πάγκαλου τα γούστα, τριάντα πόντοι η φούστα κι άμα είναι πιο κοντή πρόστιμο και φυλακή.


Πάρος χειμώνας 2000



Ο πρώτος χειμωνιάτικος ήλιος και οι καρδιές ζεσταίνονται ανάβουν. Μετά το τελευταίο κρύο η τωρινή λιακάδα.
Ανασαίνω βαθιά.
Βλέποντας τα νησάκια απέναντι και στο βάθος η Σίφνος.
Πρώτος χειμώνας στην Ελλάδα, ο πρώτος μετά από 13 ολόκληρα χρόνια ΞΕΝΙΤΕΙΑΣ.





Απέναντι από τον Αγιο Φωκά και η παραλία είναι γεμάτη με αδέσποτα που πεινάνε. Τις προάλλες βάλανε φωτιά στο σπίτι της Μαρουσώς δίπλα στο Κάστρο. Ακουσα το πρωί να φωνάζουν δυνατά σφυρίκτρες, νόμιζα ότι τίποτα παιδιά έπαιζαν. Κάηκε ολότελα ήταν δίπλα στον Αγιο Κωνσταντίνο πάνω σ αρχαία.
Σήμερα 26/1/2000 βρήκα πολλά άσπρα μάρμαρα στο σπίτι μου στο Κάστρο. Η ΧΑΡΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ.




Μαντινάδες

Κάλιο στα όρη μοναχός, στα δάση με τους σχίνους,
παρά στην πόλη αραχτός, μέσα στους άσπρους τοίχους


Σα δε σαρέσει η βοσκική, γάμο εγώ δεν κάνω,
γιατί βοσκός γεννήθηκα, βοσκός και θα πεθάνω.

Κρήτη δε θα σαφήσουνε ο χρόνος να σε φθείρει
ο Καζαντζάκης και οι νεκροί απούνε στ ακρωτήρι.

Αχου και πως μ αρέσουνε του Ψηλορείτη οι στράτες,
όπου τσι περπατούσανε στον πόλεμο οι αντάρτες


Πάρος 1999

Πόσα πολλά έχουν αλλάξει στην Ελλάδα, αλλά η θάλασσα είναι πάντα ωραία και ο ήλιος λαμπερός και ολόκληρη η φύση



Και ξαφνικά σήμερα άρχισα νανακαλύπτω την ντοματοσαλάτα! Το λάδι ειδικά ευλογημένο μέσα στη σαλάτα. Επίσης οι ελιές Καλαμών πανόστιμες και διακοσμούν τόσο ωραία το πιάτο. Δίνει ένα τόνο βουνού και όταν τη δοκιμάσεις όλο το πιάτο είναι γεμάτο Ελλάδα, Θάλασσα, τραγούδι.

Τον βράχο αυτόν τον είδαμε αντάμα
πέρα στ ορίζοντα την άκρη
τότε άρχισε για μας το πρώτο σκαλοπάτι
ήτανε κάδρο στου παράθυρου το χώρο
εκεί που έφυγα αφήνοντά σε μόνο.
Αγία Ειρήνη 6/7/1999